Εξαιρετικό διάβασμα. Η πλοκή, το περιεχόμενο, οι δυνατότητες. Απλά δεν μπορούσα να το αφήσω κάτω και να το σκέφτομαι. Εξαιρετική δουλειά.

CJ, Amazon customer
Αυτό το βιβλίο θα μπορούσε οπωσδήποτε να γίνει μια ταινία που θα ήθελα να δώ! Δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Αυτό το βιβλίο με έκανε να σκεφτώ τις δυνατότητες ενός άλλου κόσμου, τα πράγματα που θεωρούμε δεδομένα αλλά και τις ομοιότητες. Θα το έβαζα δίπλα στα βιβλία του Dan Brown ή ακόμη και στο Avatar. Αυτό θα μπορούσε οπωσδήποτε να γίνει μια ταινία που θα ήθελα να δω. Επίσης θα ήθελα με την ευκαιρία να ευχαριστήσω τη συγγραφέα Έλενα Έρα και να πω πως περιμένω ανυπόμονα και τη συνέχεια.

Gregory J Gour, Amazon customer

Το βιβλίο έχει ό,τι χρειάζεται για να γίνει ταινία: η πλοκή, η δράση, το ξεδίπλωμα των χαρακτήρων, οι επιλογές όπου ο ήρωας χρειάζεται να πάρει, ο γραμμικός χρόνος πολλαπλών γενεών και σε αυτή την περίπτωση και διάφοροι πλανήτες. Πολύ όμορφη δουλειά. Από την αρχή που θα ξεκινήσεις να το διαβάζεις, σημείωσέ το στο ημερολόγιό σου… δε θα μπορείς να σταματήσεις.

Jos, Amazon Customer

Εζερστένια, η αφύπνιση της δεύτερης Γης
από την Έλενα Έρα

Για όσους θέλουν να απολαύσουν μια ιστορία γεμάτη δράση και περιπέτεια, η Εζερστένια θα τους συναρπάσει. Για όσους νιώθουν πως ήρθε η ώρα να κάνουν το πρώτο βήμα προς μιαν εσώτερη, πνευματική αναζήτηση αλλά δεν ξέρουν τον τρόπο, το βιβλίο αυτό θα τους δώσει πολλή τροφή για σκέψη και νέες οπτικές θεώρησης της υλικής πραγματικότητας. Και για όσους ήδη έχουν ξεκινήσει το ταξίδι αυτό, θα ανακαλύψουν ένα ακόμη πιο διευρυμένο Σύμπαν. [..]

«Πώς θα σου φαινόταν αν ζούσες σε έναν πλανήτη όπου έχεις μερική ή καθόλου ελεύθερη βούληση, έχοντας μιαν άνετη και εύκολη ζωή, άλλους να αποφασίζουν για σένα και ξαφνικά, να ερχόταν ένας κακός και να σου άλλαζε τα πάντα;» Το χαρακτηριστικό του βιβλίου που το κάνει τόσο συναρπαστικό, είναι οι αλλαγές και απρόσμενες εξελίξεις σε κάθε κεφάλαιο.

Προκειμένου ο πλανήτης Εζερστένια να λάβει κι εκείνος την ενέργεια της ελεύθερης βούλησης – προνόμιο μέχρι στιγμής των κατοίκων της Γης – το Σύμπαν στήνει μια νέα Αρένα Παιχνιδιού από την αρχή. Παρακολουθούμε την ιστορία του Γιοζ της Αστροφεγγιάς, που βρίσκεται συνεχώς αντιμέτωπος με το αίσθημα της επιλογής, παράλληλα με την αναζήτηση του αιώνιου συντρόφου.

Έχουμε επαφή με αυτόν τον πλανήτη; Σίγουρα έχουμε, καθώς η ενέργεια της Εζερστένιας έχει ήδη αγγίξει τη Γαία κι ας βρίσκεται σε άλλη διάσταση. Η συναισθηματική περιγραφή και οι προκλήσεις των πρωταγωνιστών, κάνουν την ιστορία τόσο γνώριμη, που βρίσκεις σίγουρα ένα κομμάτι του εαυτού σου στις σελίδες του βιβλίου. Η πλοκή της ιστορίας, μας κάνει να συμπάσχουμε με τους ήρωες και μαζί τους, να μαθαίνουμε κι εμείς θεμελιώδη μαθήματα ζωής που ανάγονται σε πνευματικές προκλήσεις. Αν μπορούσα να συμπεριλάβω όλη την ουσία της ιστορίας σε μία φράση, θα επέλεγα να χρησιμοποιήσω αυτήν:

Η συνειδητότητα αλλάζει τη φυσική. Για όσους θέλουν να απολαύσουν μια ιστορία γεμάτη δράση και περιπέτεια, η Εζερστένια θα τους συναρπάσει. Για όσους νιώθουν πως ήρθε η ώρα να κάνουν το πρώτο βήμα προς μιαν εσώτερη, πνευματική αναζήτηση αλλά δεν ξέρουν τον τρόπο, το βιβλίο αυτό θα τους δώσει πολλή τροφή για σκέψη και νέες οπτικές θεώρησης της υλικής πραγματικότητας. Και για όσους ήδη έχουν ξεκινήσει το ταξίδι αυτό, θα ανακαλύψουν ένα ακόμη πιο διευρυμένο Σύμπαν…

Ενσαρκώθηκες στην Αρένα του Παιχνιδιού της ελεύθερης επιλογής, μια Αρένα γεμάτη προκλήσεις και μάχες. Αυτό το βιβλίο θα σου δώσει ένα σπαθί και θα σε προσκαλέσει να αφήσεις την ασφάλεια των λόφων που κάθονται πολλοί άλλοι και απλά παρατηρούν. Σου ζητώ να έρθεις μαζί μου και να πολεμήσουμε πλάι-πλάι. Δεν είσαι ο μόνος που αντιμετωπίζει τον φόβο και τη μοναξιά. Όταν συμβεί να πέσεις και να τραυματιστείς, εγώ θα είμαι εκεί, στο πλευρό σου, όπως και πολλοί άλλοι, απλώνοντας τα χέρια μας για να σε βοηθήσουμε… αν μας το επιτρέψεις.

Υπάρχουν τρία πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε αυτή τη μάχη. Δεν πεθαίνεις, μπορείς πάντοτε να την εγκαταλείψεις και να επιστρέψεις στους θεατές και πέρα από τις βασικές κινήσεις που θα σου δείξουμε εμείς, τον τρόπο που θα πολεμήσεις πρέπει να τον ανακαλύψεις μόνος σου.

Στην αρχή θα τραυματίζεσαι μέχρι να μάθεις την ισορροπία του σπαθιού που είναι ένα μέτρο πάνω από το κεφάλι σου και θα πρέπει να συνηθίσεις το βάρος του. Με τον καιρό θα μάθεις να υπολογίζεις την κίνηση του εχθρού και να τον αναχαιτείς όταν πάει να σκάσει μύτη. Δεν ξυπνήσαμε όλοι μας μία μέρα, ξέροντας να πολεμάμε. Κάποιοι στάθηκαν δίπλα και σε μας, για να μας θυμίσουν ότι μπορούμε να το κάνουμε ή έτυχε να διαβάσουμε ένα εγχειρίδιο που να λέει τις βασικές κινήσεις. Κάποιοι άλλοι μας προσκάλεσαν στη μάχη και στάθηκαν πλάι μας, με τον ίδιο τρόπο που καλώ τώρα κι εσένα.

Κάποιοι πήγαν να πολεμήσουν επειδή δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν και είχαν φτάσει σε αδιέξοδα. Κάποιοι το έκαναν με σκοπό να προφυλάξουν κάτι αγαπημένο και κάποιοι άλλοι επειδή μπορούσαν να δείξουν τον δρόμο και στους άλλους. Με όποιο κίνητρο ο καθένας έχει στην καρδιά του, λαμβάνει μέρος στο Παιχνίδι της Ελεύθερης Επιλογής, φέρνοντας – ο καθένας με τα δικά του όπλα και θέση στην Αρένα – τον δικό του Παράδεισο σε τούτη τη μεριά του πέπλου.

Η ιστορία της Εζερστένιας, είναι ένας από τους τρόπους που μπορούν να σε διδάξουν πώς μπορείς να σταθείς και να πολεμήσεις.

Έλενα Έρα

Ο Γιοζ σταμάτησε να γράφει και κοίταξε από το παράθυρο τα ήσυχα σπίτια της πόλης, της αγαπημένης του Σαθουκάλλας. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν κάθισε να γράψει στο ημερολόγιο, μια ευλαβική συνήθεια που είχε από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Το μικρό του γραφείο ήταν μπροστά σ’ ένα παράθυρο που έβλεπε τους έρημους τώρα δρόμους και τα ήσυχα χαμηλά σπίτια με τις μεγάλες αυλές.

Ξαναγύρισε στο ημερολόγιό του και συνέχισε να γράφει. Κατέγραφε οτιδήποτε σκεπτόταν, οτιδήποτε σημαντικό είχε γίνει εκείνη την ημέρα. Του άρεσε να γράφει με τον παραδοσιακό τρόπο και όχι στον υπολογιστή του. Είχε διαλέξει γι’ αυτό τον σκοπό ένα χοντρό ημερολόγιο με μαύρο εξώφυλλο, όπου ο αδελφός του ο Σόουιν είχε χαράξει με μικρά ανάγλυφα ασημένια γράμματα το όνομά του… Γιοζ της Αστροφεγγιάς.

Το χέρι του έτρεχε στολίζοντας τις γραμμές με καλλιγραφικούς γαλάζιους χαρακτήρες. Σήμερα δεν έγινε τίποτα ιδιαίτερο – ως συνήθως – κι έτσι μετά από μια σύντομη περίληψη των γεγονότων της ημέρας, επικεντρώθηκε στις σκέψεις του. Κάθε βράδυ έκλεινε το γράψιμο με δυο λόγια για τα αισθήματα προσμονής που ένιωθε, για το πόσο ανυπομονούσε να συναντήσει επιτέλους την αδελφή ψυχή του, τη σύντροφο που ήταν προορισμένη να ζήσει μαζί του. Όμως τις τελευταίες ημέρες είχε μια βαθιά ανησυχία, νιώθοντας κάτι δυσάρεστο να πλησιάζει. Αναρωτιόταν αν έπρεπε να μιλήσει στον πατέρα του γι’ αυτό.

Ο Γιοζ ανήκε στη γενιά της Αστροφεγγιάς, μια σχετικά νέα γενιά ανθρώπων που εμφανίστηκε στον πλανήτη Εζερστένια, με έντονα ανεπτυγμένη τη διαίσθηση. Ήταν κάτι που είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στον Λόβαν, τον καλύτερο φίλο του πατέρα του Γκάλαχαντ. Μάλιστα ήταν από τις πρώτες ερωτήσεις που του είχε κάνει, όταν η απλή γνωριμία τους, ως μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου, άρχισε να εξελίσσεται σε φιλία. Το ανοιχτό μυαλό του Λόβαν και το ενδιαφέρον, ή μάλλον η περιέργειά του για τη γενιά της Αστροφεγγιάς, ήταν αρχικά η αιτία να έρθουν κοντά. Γρήγορα όμως η επαφή αυτή εξελίχθηκε σε μια βαθιά, αληθινή φιλία.

«Βλέπω στα αρχεία μας πως η γενιά σας δεν βαδίζει στην Εζερστένια πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια. Μου κάνει μεγάλη εντύπωση. Πώς… πώς εμφανιστήκατε; Έτσι ξαφνικά;»

Διένυαν το έτος 10.403, οπότε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του πλανήτη, η γενιά της Αστροφεγγιάς δεν υπήρχε. Ο Γκάλαχαντ χαμογέλασε και κοίταξε τον Λόβαν με απλανές βλέμμα, χαμένος για λίγες στιγμές στις πληροφορίες που μπορούσε να αντλεί από το Σύμπαν. Τον είχε καλέσει σπίτι του και κάθονταν μαζί στην πίσω αυλή, στο αγαπημένο του μέρος. Ένιωθε την ενέργεια του Λόβαν θετική και καλοσυνάτη και ότι μπορούσε να του μιλήσει για πράγματα που ποτέ άλλοτε δεν είχαν συζητηθεί, πέρα από τα άτομα της γενιάς του.

«Δεν είμαστε από την Εζερστένια», αποκρίθηκε στο τέλος ο Γκάλαχαντ. «Δεν γνωρίζουμε την καταγωγή μας… είναι κάτι που νιώθουμε μάλλον παρά γνωρίζουμε κι έτσι δεν το συζητάμε». Σταμάτησε για λίγο, νιώθοντας μια νέα πληροφορία να έρχεται στο νου του. «Προσωπικά, έχω την αίσθηση ότι κάποια στιγμή στο μέλλον… με κάποιο τρόπο, θα έρθουμε σε επαφή με τον πλανήτη καταγωγής μας».

Η διαστημική τεχνολογία στην Εζερστένια ήταν στα πρώτα στάδια ανάπτυξης και η περιέργεια του κόσμου για ζωή σε άλλους πλανήτες είχε αρχίσει να ωριμάζει.

«Μάλλον κάποια στιγμή θα μπορείτε να πετάξετε μέχρι εκεί», είπε ο Λόβαν χαριτολογώντας, για να κρύψει τη δυσπιστία του στα λεγόμενα του Γκάλαχαντ.

Εκείνος αρκέστηκε απλώς να χαμογελάσει.

Ο Λόβαν ήταν σαράντα εννέα ετών και γνώριζε τον Γκάλαχαντ δέκα χρόνια, όταν εκείνος, στην ηλικία των τριάντα έξι, ανέλαβε τη θέση του Συμβούλου. Στο διάστημα αυτό καταστάλαξαν μέσα του πολλά από τα παράξενα που πίστευε ο φίλος του. Πέρα από τις ιδιαιτερότητες που είχε η γενιά της Αστροφεγγιάς, ως σύνολο ιδεών και πεποιθήσεων, κάποια από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της ήταν επίσης διαφορετικά από τον υπόλοιπο πλανητικό λαό. Όσοι ανήκαν στη γενιά αυτή είχαν γαλάζια μάτια, ένα πολύ ιδιαίτερο γαλάζιο, βαθύ και κρυστάλλινο χρώμα. Κανείς άλλος στον πλανήτη δεν είχε τέτοιο βλέμμα. Πλησίαζε ίσως το σκούρο μπλε των ματιών της Σλάις, συμμαθήτριας και φίλης του Γιοζ. Η ομορφιά τους ήταν εξωπραγματική, σχεδόν τέλεια από κάθε άποψη. Καλοσχηματισμένα ψηλά σώματα και τόσο όμορφα πρόσωπα, που πολλοί προσπαθούσαν κατά καιρούς να πείσουν νέους και νέες να ακολουθήσουν καριέρα στο χώρο του θεάματος… χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Στον Λόβαν είχε κάνει εντύπωση πόσο αγαπούσε τη φύση η γενιά της Αστροφεγγιάς και η πόλη τους, η Τζάναθαν Σάι, ήταν μια όαση πράσινου με χαμηλά σπίτια, ανάμεσα σε ψηλά δέντρα που έμοιαζαν να βρίσκονται εκεί για αιώνες. Την είχε επισκεφθεί μία φορά και πέρα από την ομορφιά των λουλουδιών και δέντρων, που έπνιγαν σχεδόν την κάθε οικία, τον είχε εντυπωσιάσει και ο απλός τρόπος ζωής τους.

«Η ηρεμία που νιώθει κανείς στην πόλη σας είναι μαγευτική», είχε πει τότε στον Γκάλαχαντ. Είχαν περάσει για μία μέρα, μόνο και μόνο για να του δείξει ο Γκάλαχαντ την πόλη τους. Ο δίδυμος αδελφός του, ο Τζερεμάια, ζούσε εκεί με την οικογένειά του.

Η νύχτα έπεφτε σιγά-σιγά και ο Λόβαν απολάμβανε την παρέα με τον αγαπημένο του φίλο στην καταπράσινη αυλή, με τα χρώματα του δειλινού να σκουραίνουν το τοπίο.

«Είναι η αλλαγή της ενέργειας που νιώθεις», παρατήρησε φυσικά ο Γκάλαχαντ.

«Επειδή υπάρχει τόσο πράσινο; Έχω πάει σε πολλά μέρη με εξίσου όμορφη φύση, αλλά δεν έχω αισθανθεί έτσι».

«Η ενέργεια έρχεται και από τους ανθρώπους», χαμογέλασε ο Γκάλαχαντ. «Μπες σε μια ομάδα ανθρώπων, που παρασύρεται συναισθηματικά από την ένταση της στιγμής και μετά σε μιαν άλλη, που δεν επιτρέπει στον εαυτό της να αισθανθεί έτσι. Όποια και αν είναι η αντίληψή σου, θα νιώσεις τη διαφορά».

«Η διαφορά βρίσκεται στους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο Λόβαν.

«Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο σκέψης», απάντησε ο Γκάλαχαντ, εξακολουθώντας να χαμογελάει.

Η γενιά του πίστευε σ’ έναν κόσμο ιδανικό, γεμάτο από θετικές σκέψεις και συναισθήματα, έναν κόσμο που ερχόταν σε μεγάλη αντίθεση με την καθημερινότητα. Αφουγκράζονταν την ενέργεια του πλανήτη και κάθε αλλαγή που συνέβαινε σ’ αυτόν. Ένιωθαν συνδεδεμένοι με το Σύμπαν, αγαπούσαν και φρόντιζαν τη φύση και φιλοσοφούσαν για ώρες, μεταδίδοντας την γνώση τους στις επόμενες γενεές. Έμοιαζαν σαν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο πλανητικό λαό, τόσο ιδεολογικά όσο και ως προς τον τρόπο ζωής, καθώς μοιράζονταν το σύνολο των αξιών τους μονάχα μεταξύ τους. Αν από τη γενιά αυτή δεν προερχόταν ο Σύμβουλος, το σημαντικότερο μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου, ήταν σίγουρο πως κανείς δε θα τους πρόσεχε.

Ο Γκάλαχαντ κατ’ εξαίρεση μιλούσε στον Λόβαν για τις ιδιαιτερότητες της γενιάς τους, προσπαθώντας να του εξηγήσει τη δική τους αντίληψη των πραγμάτων. Η γενική επιστήμη της φιλοσοφίας, την οποία ακολουθούσε ο πλανητικός λαός, τεκμηρίωνε το αίτιο με το αιτιατό. Για εκείνους πάντα υπήρχε αιτία και αποτέλεσμα. Ο ιδεολογικός πυρήνας της γενιάς της Αστροφεγγιάς, υποστήριζε ότι κάποια πράγματα έπρεπε να είναι έτσι, επειδή πολύ απλά εξυπηρετούσαν, οπότε τα δέχονταν χωρίς να ψάχνουν το γιατί. Αυτό από μόνο του αποτελούσε ένα ισχυρό κίνητρο μακρών κι ευχάριστων συζητήσεων, που απολάμβαναν ο Γκάλαχαντ με τον Λόβαν.

Ο πλανητικός λαός είχε έντονη την αίσθηση εφαρμογής των νόμων, των τύπων και των παραδόσεων, κάτι που ερχόταν σε μεγάλη αντίθεση με το φιλελεύθερο πνεύμα της Αστροφεγγιάς. Ήταν κι ένα από τα χαρακτηριστικά που ο Λόβαν θαύμαζε στο φίλο του. Μπορεί σαν μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου να συμβούλευε τα υπόλοιπα μέλη για τη σωστή και δίκαιη εφαρμογή των κανονισμών, όμως εκείνος δεν τους αποδεχόταν ως τρόπο ζωής του. Ο πλανητικός λαός ένιωθε ασφάλεια με το σύστημα αυτό, που καθόριζε τι έπρεπε να πιστεύουν και να κάνουν.

Ο Λόβαν υποστήριζε πως χωρίς τους κανόνες και την κατεύθυνση που έδινε το Ανώτατο Συμβούλιο θα υπήρχε αναρχία, ενώ ο Γκάλαχαντ πίστευε πως η βούληση των ανθρώπων θα έπρεπε να είναι ελεύθερη.

«Όλοι αισθάνονται ασφαλείς να κινούνται μέσα σε συγκεκριμένα όρια», τόνισε ο Λόβαν.

«Αυτό όμως δεν αποτρέπει πολλούς ανθρώπους να παρανομούν», απάντησε ο Γκάλαχαντ.

«Σε κάθε περίοδο των δέκα χιλιάδων ετών του πλανήτη μας, υπάρχουν και αναρχικά στοιχεία… Νομίζω όμως ότι το σύστημα που εφαρμόζει το Ανώτατο Συμβούλιο, επιτρέπει σε όλους να κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια».

«Η ελεύθερη βούληση προϋποθέτει και σωστή διάκριση φίλε μου», διευκρίνισε ο Γκάλαχαντ. «Όσο περπατάς με καροτσάκι δε θα μάθεις ποτέ να βαδίζεις».

Ο Λόβαν γέλασε. «Το λες εσύ που ως Σύμβουλος, οτιδήποτε κι αν πεις, οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν δώσεις, την εφαρμόζουν όλοι; Το Ανώτατο Συμβούλιο και κατ’ επέκταση ο πλανητικός λαός ακολουθεί ως τώρα κατά γράμμα τα λόγια του Συμβούλου. Οτιδήποτε κι αν πει. Ακόμη κι όταν οι συμβουλές του ξεφεύγουν από τους κανόνες και τις παραδόσεις που έχουμε συνηθίσει».

«Ας πούμε πως είναι μια ελεγχόμενη ελεύθερη βούληση… ακριβώς επειδή ξεφεύγει από τα προκαθορισμένα», αποκρίθηκε ο Γκάλαχαντ. «Αυτήν όμως την αίσθηση κατεύθυνσης θα πρέπει να έχει κάθε πλάσμα που κατοικεί σε ελεύθερο πλανήτη από μόνο του. Να πηγάζει από μέσα. Δεν χρειάζεται να έχουμε κάποιον να μας καθοδηγεί, εάν είμαστε ευθυγραμμισμένοι με τη Συμπαντική ενέργεια».

«Και τι ορίζεις ως ελεύθερο πλανήτη;»

Ο Γκάλαχαντ κοίταξε ψηλά, πήρε μια ανάσα και αφουγκράστηκε την απάντηση. Όμως ό,τι ένιωσε δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει σε λόγια κι έτσι απλώς πρόσθεσε: «Πάντως όχι αυτό που βιώνει ο πλανητικός λαός. Δε λέω… το όλο σύστημα λειτουργεί θαυμάσια· ποτέ στην ιστορία μας δεν είχαμε πολέμους κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μεγάλη τεχνολογική ανάπτυξη στον πλανήτη. Η Εζερστένια είναι μια καλοδουλεμένη μηχανή που λειτουργεί άψογα. Αλλά είναι μια μηχανή. Κάθε κομμάτι της ξέρει ακριβώς τι έχει να κάνει και κάθε συμπεριφορά επιδρά στο σύνολο της μηχανής. Όλα είναι προδιαγραμμένα. Γίνονται όλα σε ασυνείδητο επίπεδο… αλλά τα πάντα είναι προδιαγραμμένα στον πλανήτη μας».

«Και γιατί να είναι σωστή η θέση που τηρείτε εσείς και όχι η δική μας νοοτροπία;» ρώτησε ο Λόβαν, αποφεύγοντας να σχολιάσει τα τελευταία λόγια του φίλου του, μιας και καθόλου δεν τα καταλάβαινε.

«Δηλαδή μας ξεχωρίζεις από τους υπόλοιπους, Λόβαν;» γέλασε ο Γκάλαχαντ.

Ο Λόβαν ήξερε πως τον πείραζε. Φυσικά και τους ξεχώριζε, όπως και όλοι στον πλανήτη.

«Όπως έχεις πει φίλε μου… δεν είστε από εδώ. Πιστεύετε στη Συμπαντική Ενέργεια που είναι για σας, όπως λες, η υπέρτατη πηγή αγάπης και υλοποίησης. Εμείς δεν πιστεύουμε σε κάτι αόρατο και άπιαστο, όπως το Σύμπαν που αναφέρεις. Η κατεύθυνση που πορευόμαστε αντλείται από τους νόμους και τις παραδόσεις, που μας δίνουν την αίσθηση της σιγουριάς. Οι πρόγονοι έχουν υπάρξει, οι παραδόσεις είναι απτές, εφαρμόσιμες, κατανοητές. Εγώ δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει η μέρα μου, χωρίς να τιμήσω πρώτα τους προγόνους μου και να ζητήσω την προστασία τους. Είναι μέσα στην παράδοση του πλανητικού λαού να τιμά τους προγόνους. Δεν είναι νόμος».

«Όλοι όμως νιώθουν πως αν δεν το κάνουν, κάτι κακό θα συμβεί. Και μόνο που το σκέφτονται, του δίνουν υπόσταση», επισήμανε ο Γκάλαχαντ.

«Δεν μπορώ να καταλάβω τι εννοείς· οι άνθρωποι δεν μπορούν να υλοποιήσουν εκείνο που θα συμβεί».

Ο Γκάλαχαντ δεν μίλησε, απλά χαμογέλασε.

«Προσπαθώ να καταλάβω φίλε μου», συνέχισε ο Λόβαν. «Πάντως τους νόμους τους εφαρμόζετε…»

«Το πολιτικό σύστημα; Φυσικά… το σεβόμαστε και το εφαρμόζουμε. Οι παραδόσεις όμως που είναι γεμάτες προκαταλήψεις, υπαγορεύουν στον πλανητικό λαό τι να σκεφτεί και τι να πιστέψει, χωρίς να αφουγκράζεται τη θέλησή του· ούτε καν να τις αλλάξει δεν τολμάει. Έχεις δει να βγαίνει κάποια καινούρια παράδοση; Όχι, γιατί ο πλανητικός λαός φοβάται να δημιουργήσει κάτι νέο».

«Μα, δεν θέλει… δεν υπάρχει λόγος να δημιουργήσει κάτι άλλο».

«Γιατί δεν το χρειάζεται. Μέχρι στιγμής η ψυχή του κάθε ανθρώπου αρκείται να έχει τη ζωή του βαλμένη σε κουτάκια και να ξέρει κάθε στιγμή ακριβώς ποιο κουτάκι πρέπει να ανοίξει».

Ο Λόβαν τον κοίταξε προβληματισμένος. «Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν άνθρωπο να μην το κάνει αυτό. Απορώ ειλικρινά πώς εσείς της Αστροφεγγιάς νιώθετε εντάξει χωρίς τα κουτάκια που λες».

Ο Γκάλαχαντ γέλασε δυνατά και τα γαλάζια του μάτια έλαμψαν. Του άρεσε να γελάει και το χαμόγελο σχεδόν ποτέ δεν έφευγε από το πρόσωπό του.

«Κι εμείς αναρωτιόμαστε το ίδιο πράγμα για εσάς!»

Η Σαθουκάλλα άρεσε στον Γκάλαχαντ, επειδή είχε πολύ πράσινο και του θύμιζε τη δική του πόλη. Δεν ήταν η μεγαλύτερη, αλλά ήταν η κεντρική πόλη της Εζερστένιας, στην πρώτη παράλληλο του ισημερινού του πλανήτη. Βρισκόταν στη μέση μιας απέραντης πεδιάδας με χαμηλή βλάστηση, με μια μεγάλη λίμνη να την αγκαλιάζει στη μία πλευρά. Το πλούσιο πράσινο και τα πολλά πάρκα ανάμεσα σε χαμηλά σπίτια ήταν το χαρακτηριστικό της πόλης, γι’ αυτό και η οικογένεια του Γκάλαχαντ απολάμβανε τη ζωή της εδώ. Δεν ήταν βέβαια τόσο πράσινη όσο η Τζάναθαν Σάι, αλλά σίγουρα ήταν καλύτερη από πολλές άλλες μεγαλουπόλεις. Η Σαθουκάλλα ήταν από τις ωραιότερες πόλεις του πλανήτη. Τα σπίτια ήταν χαμηλά με μεγάλες αυλές και μόνο τα κυβερνητικά κτίρια είχαν τρεις, ή το πολύ τέσσερις ορόφους, χωρίς να εμποδίζουν την ομορφιά του απέραντου βιολετί ουρανού.

«Ο πλανητικός λαός πιστεύει ότι είστε μια μυστήρια γενιά, σαν ένα διαφορετικό ανθρώπινο είδος», συνέχισε την κουβέντα ο Λόβαν. «Μου κάνει εντύπωση που κανείς δεν θέλησε να μάθει περισσότερα για εσάς. Να μην έχει γραφτεί ένα βιβλίο που να καταγράφει τις πεποιθήσεις σας».

«Κρατήσαμε αποστάσεις για τη δική μας ασφάλεια», αποκρίθηκε ο Γκάλαχαντ. «Δεν νιώθουμε άνετα ανάμεσα στον υπόλοιπο πλανητικό λαό. Ό,τι χρειάζεται να γνωρίζει κάποιος της Αστροφεγγιάς, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, μέσα από όμορφες ιστορίες, ποίηση ή μουσική, που εξιστορούν το σύνολο των πεποιθήσεών μας».

«Γιατί δε θέλετε να τα μοιραστείτε αυτά με τους υπόλοιπους; Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχουν κι άλλοι σαν εμένα, που θα μπορούσαν να τα εκτιμήσουν και να μάθουν από εσάς».

Ο Γκάλαχαντ γέλασε ακόμη μια φορά. «Δεν είμαστε εδώ για να δημιουργήσουμε ένα νέο κίνημα με οπαδούς φίλε μου… ούτε ν’ αλλάξουμε τον πλανήτη», είπε και τον κοίταξε με τα ζωηρά του μάτια. «Άλλωστε… γνωρίζεις καλά πως δεν μπορούμε να γίνουμε αρχηγοί σε οτιδήποτε. Θα ήμασταν φρικτοί ηγέτες».

Ο Λόβαν γέλασε με το σχόλιο του φίλου του. Ήξερε πως όσοι άνηκαν στην γενιά της Αστροφεγγιάς, είχαν συχνά την ανάγκη να χάνουν για λίγο την επαφή τους με τον έξω κόσμο, ανακτώντας και ενισχύοντας τη σύνδεσή τους με το Σύμπαν. Ήταν κάτι που δεν πολυκαταλάβαινε ο Λόβαν και η δική του αντίληψη, το αντιλαμβανόταν σαν απραξία.

«Ο πλανητικός λαός γνωρίζει όσα χρειάζεται… για την ώρα τουλάχιστον», συνέχισε πιο σοβαρός ο Γκάλαχαντ. «Ακόμη και την έννοια του Συμβούλου, που τώρα είμαι εγώ, στην πραγματικότητα δεν την γνωρίζει κανείς».

Ο Γκάλαχαντ υπηρετούσε τον πλανητικό λαό ως μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου. Ήταν ο Σύμβουλος, μία θέση που ανήκε αποκλειστικά και μόνο σ’ έναν από τη γενιά της Αστροφεγγιάς.

Κοίταξε τον Λόβαν, νιώθοντας πως μπορούσε να τον εμπιστεύεται απόλυτα. «Όλοι στη γενιά μας έχουμε διορατικότητα και διαίσθηση, αλλά μόνο ένας μπορεί να ξεκλειδώνει γνώσεις του Σύμπαντος και να δίνει απαντήσεις σε θέματα που προκύπτουν».

Ο Λόβαν τον κοίταξε έκπληκτος. «Δεν είναι αυτό που γνωρίζουμε όλοι; Ότι δηλαδή οι απαντήσεις που δίνεις είναι θέμα της ικανότητάς σου να γίνεσαι τέλειος παρατηρητής και να ισορροπείς τα πάντα με εξαιρετική λογική;»

Ο Γκάλαχαντ χαμογέλασε. «Μόνο έτσι δεν είναι. Όχι… έτσι νομίζει ο πλανητικός λαός, γιατί δεν μπορεί να καταλάβει και κάθε τι άγνωστο έχει την τάση ο νους να το φοβάται. Αυτό που εσύ αποκαλείς αόρατο, είναι εκείνο που δίνει τις απαντήσεις. Και όπως ξέρεις, υπάρχει μόνο ένας Σύμβουλος κάθε φορά και ο επόμενος εμφανίζεται όταν έρθει το τέλος της ζωής του πρώτου».

«Αυτό είναι λίγο… κάπως…», προσπάθησε να βρει τις λέξεις ο Λόβαν, «νομίζω πως θα είναι και ο μοναδικός στον πλανήτη που διαβλέπει την ώρα του θανάτου του».

«Ναι… αυτό είναι αλήθεια», μονολογεί ο Γκάλαχαντ αλλά συμπλήρωσε… «Βεβαίως σπάνια συμβαίνει πριν το φυσικό γήρας. Μικρό το τίμημα αλήθεια, αν σκεφτείς την τιμή που του γίνεται. Αισθάνομαι ευλογημένος που γεννήθηκα στη γενιά μου με το συγκεκριμένο χάρισμα».

«Δηλαδή, γνωρίζεις τα πάντα Γκάλαχαντ;» άλλαξε τη συζήτηση ο Λόβαν. Δεν του άρεσε η ιδέα του θανάτου, πόσο μάλλον για τον φίλο του. Εκείνος γέλασε δυνατά.

«Όχι, όχι βέβαια… Είμαστε πολύ ταπεινοί απέναντι σ’ αυτό το χάρισμα και χαιρόμαστε που το καθήκον μας είναι απλώς να υπηρετούμε τον πλανητικό λαό. Η θέση στο Ανώτατο Συμβούλιο μας δίνει τη δυνατότητα να βοηθάμε την Εζερστένια στο σύνολό της».

«Δηλαδή… απλώς σε ρωτάνε κάτι κι εσύ έχεις την απάντηση;»

«Πριν το τέλος της ερώτησης, η απάντηση υπάρχει ήδη στο νου μου. Ο λίγος χρόνος που χρειάζομαι μετά την ερώτηση, είναι για να αποδώσω την ενέργεια της απάντησης με τις σωστές λέξεις».

«Και όλες οι απαντήσεις του Συμβούλου προέρχονται από το Σύμπαν που πιστεύετε;»

«Έτσι ακριβώς».

«Και οι υπόλοιποι της Αστροφεγγιάς;»

«Είναι απλώς ευθυγραμμισμένοι με τη Συμπαντική ενέργεια· ο Σύμβουλος μόνο ξεκλειδώνει γνώσεις και απαντήσεις από αυτήν».

Ο Λόβαν ήταν και ο μοναδικός που μάθαινε την πληροφορία αυτή.

Η γενιά της Αστροφεγγιάς έβλεπε πάντα τον κόσμο γεμάτο υποσχέσεις κι ελπίδα. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν μια πονηρή ανθρώπινη πρόθεση και, ακόμη κι όταν την έβρισκαν μπροστά τους, την αντιμετώπιζαν με καλοσύνη και αγάπη. Γι’ αυτό και δεν ήθελαν να είναι επικεφαλής, είτε στο Ανώτατο Συμβούλιο, είτε οπουδήποτε αλλού. Τους κούραζε αφάνταστα να βρίσκονται σε θέση άμυνας, καχυποψίας και διπλωματικών ενεργειών, προκειμένου να κάνουν, αν χρειαστεί, μία ύποπτη κατάσταση να φανερωθεί.

Ένας ακόμη λόγος που κανένας Σύμβουλος δεν ήθελε να έχει σχέση με το πολιτικό σύστημα του πλανήτη. Όλα τα υπόλοιπα μέλη, εκτός από εκείνον, είχαν αρμοδιότητες που έπρεπε να παρακολουθούν στενά και να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμοι για την επίλυση των προβλημάτων. Το πνεύμα όμως του Συμβούλου έπρεπε να είναι ελεύθερο και οι σκέψεις του αδέσμευτες.

Όλοι η γενιά της Αστροφεγγιάς διέμενε στην Τζάναθαν Σάι. Η μικρή αυτή πόλη εξασφάλιζε την ηρεμία και το φυσικό περιβάλλον που επιθυμούσαν. Ήταν από τις ασφαλέστερες πόλεις, μιας και κανείς άλλος δεν επιτρεπόταν να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί. Ο μόνος που δεν ζούσε στην πόλη ήταν ο Γκάλαχαντ με την οικογένειά του, λόγω της θέσης του στο Συμβούλιο. Βέβαια και οι νεαροί της γενιάς άφηναν για κάποιο διάστημα τη γενέτειρά τους, προκειμένου να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και να ακολουθήσουν το κάλεσμα της αδελφής ψυχής.

Η ρομαντική αυτή άποψη, σε συνδυασμό με την ομορφιά που διέθεταν, τους έκανε ελκυστικούς σε πλήθος ανδρών ή γυναικών αντίστοιχα, όποτε αποφάσιζαν να αφήσουν τη μικρή τους πόλη για χάρη των σπουδών. Όμως η αναζήτησή τους αυτή είναι τόσο σιωπηλή και συγκεκριμένη, που αποθάρρυναν οποιονδήποτε πήγαινε να φλερτάρει μαζί τους. Για τη γενιά δεν υπάρχουν ποτέ προηγούμενες σχέσεις. Υπάρχει μόνο ένας σύντροφος στη ζωή τους και είναι για πάντα.

Μία από τις πιο ισχυρές πεποιθήσεις της γενιάς της Αστροφεγγιάς, είναι η ύπαρξη του τέλειου συντρόφου για τον καθένα, η ύπαρξη της δίδυμης ψυχής του, κάπου πέρα από την Τζάναθαν Σάι. Όταν ωριμάζουν σαν υπάρξεις, το σώμα και η ψυχή τους εκπέμπει συγκεκριμένες και μοναδικές δονήσεις, σαν σιωπηλός πομπός που δίνει ένα στίγμα. Είναι από τις ιερότερες στιγμές στη ζωή τους και ο Γιοζ ένιωθε ήδη την αγωνία της προσμονής.

Ο Γιοζ πήρε μια βαθιά ανάσα και τα πανέμορφα μάτια του κοίταζαν από το παράθυρο τα αστέρια και τα δυο φεγγάρια που έφεγγαν κρυστάλλινα. Τα παρατηρούσε ώρα πολλή, προσπαθώντας να αφουγκραστεί. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα.

Άφησε το αίσθημα προσμονής να τον κυριεύσει, μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά, αλλά γρήγορα η πολύτιμη αυτή στιγμή καλύφθηκε από την ανησυχία που ένιωθε εδώ και καιρό. Μία ομίχλη θόλωσε τις σκέψεις του· έσμιξε τα φρύδια κι έκλεισε το ημερολόγιο.

Κάτι θα συνέβαινε… κάτι άσχημο πλησίαζε. Ήταν μερικές μέρες που το ένιωθε. Άραγε να το γνώριζαν και οι υπόλοιποι;

Αν και μόλις δεκαεννιά ετών, ο Γιοζ ήταν ένας πανέμορφος, ψηλός ξανθός νεαρός, με λαμπερό πρόσωπο και βλέμμα. Ήταν χαμηλών τόνων, αλλά ευδιάθετος κι ενθουσιώδης και τα πολύ προσωπικά του κομμάτια τα μοιραζόταν με την αγαπημένη του αδελφή Τζέισι και την παιδική του φίλη Σλάις Σέιβ.

Η Τζέισι ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερή του. Μια όμορφη και γλυκιά ύπαρξη, που λάτρευε να βρίσκεται κοντά στη φύση και οι σπουδές της ήταν γύρω από τη βοτανολογία. Μαζί με τον Γιοζ, με τον οποίο ήταν ιδιαίτερα δεμένη, μάθαιναν να αφουγκράζονται την ενέργεια της φύσης κι έκαναν ατέλειωτες συζητήσεις, μοιράζοντας σκέψεις και συναισθήματα.

Ο Σόουιν, που ήταν είκοσι δύο ετών, σπούδαζε σχέδιο και αρχιτεκτονική, αλλά το πάθος του ήταν η ζωγραφική. Του άρεσαν οι αφηρημένες έννοιες και οι συμβολισμοί, τα χρώματα και οι αρμονικές αντιθέσεις και οι πίνακές του στόλιζαν το σπίτι τους. Εκείνη την περίοδο δούλευε πολλές ώρες την ημέρα ένα συγκεκριμένο πίνακα, τον οποίο δεν άφηνε κανένα να δει.

Η περιέργεια όμως του Γιοζ και της Τζέισι τους οδήγησε μια μέρα στο δωμάτιό του και καταφέρνοντας να ανοίξουν τη κλειδωμένη πόρτα, είδαν τι ζωγράφιζε ο αδελφός τους με τόση περισυλλογή.

Ένα γυναικείο πορτραίτο με μακριά μαλλιά και ήρεμο βλέμμα, που ήταν σαν να κοιτάει κατάματα οποιονδήποτε την παρατηρεί.

Η Τζέισι χαμογέλασε στον Γιοζ. «Αυτή είναι;»

Εκείνος κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας επίσης. «Σίγουρα… είναι η αδελφή ψυχή του».

«Εκπληκτικό! Την είδε πριν καν τη γνωρίσει…»

«Ο Σόουιν είναι καλλιτέχνης και μπορεί να βλέπει και να υλοποιεί τις ενέργειες που νιώθει. Πλησιάζει η ώρα να τη συναντήσει».

«Θα έρθει και η δική μας ώρα Γιοζ». Γνώριζε πολύ καλά πόσο λαχταρούσε ο αδελφός της να βρει επιτέλους τη δική του.

«Το ξέρω Τζέισι… απλώς δε νιώθω τίποτα ακόμη».

Ο Γιοζ κοίταξε το ρολόι του. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα… ώρα για ύπνο. Σηκώθηκε κι έριξε μια ματιά στους έρημους δρόμους της Σαθουκάλλας. Αγαπούσε ιδιαίτερα αυτή την πόλη. Την ένιωθε πόλη του, με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο από τη γενέτειρά του, την Τζάναθαν Σάι· σαν να σηματοδοτούσε την αρχή μιας επικείμενης εξέλιξης.

Έκλεισε το ημερολόγιό του, το έβαλε στο συρτάρι του γραφείου και σηκώθηκε από την καρέκλα.

Λίγο πριν κλείσει το παράθυρο, κοίταξε στο βάθος την πόλη που κοιμόταν. Μπορούσε να δει πολύ καθαρά ακόμη και σε μεγάλη απόσταση, πέρα από τις δυνατότητες της ανθρώπινης όρασης. Άφησε λοιπόν το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγες στιγμές στους μισοφωτισμένους δρόμους της πόλης. Δεν ήξερε γιατί, αλλά τον τελευταίο μήνα ένιωθε όλες του τις αισθήσεις διαφορετικές, οξυμένες. Ήταν άνοιξη και ο αέρας αρκετά δροσερός. Γέμισε τα πνευμόνια του με μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε τα μάτια, στέλνοντας την ενέργεια της αγάπης του στη δίδυμη ψυχή που αναζητούσε.

Θα σε βρω, αναλογίστηκε και οραματίστηκε ένα λευκό φως να λάμπει γύρω του, σαν φάρος στο σκοτάδι. Δεν σε νιώθω ακόμη, αλλά θα σε βρω…!

Ο Άαρχαν έβηξε για να καθαρίσει τη φωνή του πριν μιλήσει, όμως έκανε την κίνηση αυτή περισσότερο για να συγκεντρώσει την προσοχή των Γερουσιαστών στο συμβούλιο που άρχιζε. Ο γραμματέας ήταν ήδη έτοιμος. Γύρω από το μεγάλο, λευκό οβάλ τραπέζι του συμβουλίου κάθονταν τα δώδεκα μέλη και ο Αρχηγός, σοβαροί μέσα στις γκριζογάλανες στολές τους.

Σήμερα υπήρχε μια σχετική νευρικότητα στα μέλη, που μοίραζαν μεταξύ τους ανήσυχες ματιές.

«Μπορούμε να αρχίσουμε». Η φωνή του Άαρχαν ακούστηκε σαν διαταγή.

Ο γραμματέας ενεργοποίησε το μηχανισμό φωνητικής καταγραφής και γύρισε προς τον Άαρχαν. Το γερασμένο αλλά σταθερό βλέμμα του παρατήρησε πρώτα ένα-ένα τα μέλη πριν ξεκινήσει, καταλαβαίνοντας την ανησυχία τους. Ήξερε το λόγο, όμως κάθε πράγμα με τη σειρά του. Θα συζητούσαν οπωσδήποτε κι αυτό το θέμα, όμως πρώτα έπρεπε να τηρηθεί η ημερήσια διάταξη. Πάντοτε όλα γίνονταν σύμφωνα με τους κανονισμούς.

«Λόβαν έχεις τον λόγο».

Ο Γκάλαχαντ έβλεπε το φίλο του καθώς μιλούσε για τις ενδείξεις που είχαν οι επιστήμονες σχετικά με τις μετρήσεις από τις δίνες των πόλων. Οι εξαιρετικές γνώσεις του Λόβαν στη φυσική, τον έφεραν επικεφαλής του επιστημονικού τομέα του πλανήτη. Η πόλοι του πλανήτη ήταν δύο μεγάλες θαλάσσιες δύνες, οι οποίες στριφογύριζαν με αργό ρυθμό. Τώρα όμως οι επιστήμονες αντιμετώπιζαν ένα μοναδικό φαινόμενο, καθώς οι δύνες έμοιαζαν να χάνουν τη δύναμη περιστροφής τους. Κάτι τέτοιο δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ και ο Λόβαν εξέφρασε την ανησυχία της επιστημονικής τους κοινότητας, πως οι δύνες μπορεί σύντομα να αντέστρεφαν τη φορά τους. Αυτό θα σήμαινε σημαντική αλλαγή στο μαγνητικό πεδίο της Εζερστένιας, με άγνωστες συνέπειες.

Ο Γκάλαχαντ έκλεισε για λίγο τα μάτια, προσπαθώντας να καταλάβει περισσότερο το βαρύ συναίσθημα που τον απασχολούσε τις τελευταίες ημέρες. Σίγουρα δεν ήταν το φυσικό φαινόμενο που περιέγραφε ο Λόβαν, αν και ένιωθε πως ήταν κάτι πολύ σημαντικό, καθώς προετοίμαζε τον πλανήτη για μια μεγάλη αλλαγή. Έψαξε μέσα του μια όμορφη σκέψη για να ξεκουραστεί, όπως συνήθιζε να κάνει, αλλά σταμάτησε. Όχι τώρα, σκέφτηκε. Πρέπει να συγκεντρωθώ.

Άνοιξε τα μάτια και είδε τον Ίανχαρ να τον παρακολουθεί. Η δική του νευρικότητα ήταν η πιο έντονη όλων.

Θα μιλήσει, σκέφτηκε ο Γκάλαχαντ.

Ο Ίανχαρ σηκώθηκε κοιτώντας κατευθείαν τον Γκάλαχαντ. «Νομίζω πως όλοι θέλουμε να ακούσουμε τώρα τη συμβουλή σου», είπε σχεδόν τρέμοντας. «Είναι αλήθεια;»

Αμέσως ένιωσε μια έντονη δυσαρέσκεια γύρω του. Δίπλα του καθόταν ο Κάιν Ντεθ. Ο Κάιν Ντεθ; Κι όμως… το έντονο συναίσθημα μέσα του έδειχνε αυτόν!

«Καλύτερα να περιμένεις τη σειρά σου Ίανχαρ!» τον επέπληξε ο Άαρχαν, κρατώντας την ηρεμία του. Κοίταξε ένα-ένα τα μέλη, επιβάλλοντας με το βλέμμα του την τάξη. «Δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια όλα αυτά· περιμένετε να τελειώσει η διαδικασία και θα έρθουμε σ’ αυτό».

Ένα πράγμα δεν άρεσε στον Άαρχαν. Να βρίσκεται σε προβληματισμούς για τους οποίους δεν είχε απαντήσεις. Ήταν ιδανικός σαν Επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου και οι γνώσεις του γύρω από το πολιτικό σύστημα της Εζερστένιας ήταν πράγματι εντυπωσιακές. Η ζωή του οριζόταν από τους νόμους και τις παραδόσεις και αυτό τον έκανε να έχει τον απόλυτο έλεγχο, τόσο στον εαυτό του όσο και στη διακυβέρνηση. Οι νόμοι πρόσφεραν έτοιμες απαντήσεις και οι παραδόσεις συγκεκριμένες κατευθύνσεις, εξασφαλίζοντας ασφάλεια και σίγουρη εξέλιξη.

Ο λόγος που ο Άαρχαν δεν είχε αρχίσει τη συζήτηση με το τόσο σοβαρό θέμα που είχε προκύψει, ήταν επειδή δεν είχε απαντήσεις, πράγμα που συνέβαινε πολύ σπάνια. Αυτό τον έκανε να νιώθει ότι χανόταν ο έλεγχος.

«Θέλουμε να μιλήσει ο Γκάλαχαντ αρχηγέ», αναφώνησε ένα άλλο μέλος.

«Αυτό θα μας καθησυχάσει Άαρχαν», συμφώνησαν κι άλλοι. «Ας μιλήσει».

Ο Άαρχαν στράφηκε στον Γκάλαχαντ, κάνοντάς του νόημα να μιλήσει. Όταν ο Σύμβουλος της Αστροφεγγιάς καλούταν να δώσει απαντήσεις σε θέματα που προέκυπταν, όλα έμπαιναν στη θέση τους. Ο αρχηγός ευχήθηκε οι απαντήσεις που θα έδινε να έκλειναν το θέμα γρήγορα.

Ο Γκάλαχαντ έπιασε το μέτωπό του σκεφτικός, νιώθοντας δίπλα του το ερευνητικό βλέμμα του Κάιν. Ο Λόβαν απέναντί του τον κοιτούσε πιο ήρεμος από τους άλλους. Ένιωθε μεγάλη απειλή για την Εζερστένια, πολύ μεγάλη. Είχε έντονο το αίσθημα ότι πλησίαζε ένας φοβερός πόλεμος· η ειρήνη και ευημερία που απολάμβαναν θα γίνονταν κομμάτια, σαν ξερό φύλλο κάτω από ένα θυμωμένο βηματισμό. Δεν μπορούσε ακόμη να αισθανθεί περισσότερα, αλλά μπορούσε να νιώσει έντονα το αποτέλεσμα.

Και η παρουσία του Κάιν Ντεθ δίπλα του… ένιωθε να τον καίει. Του έριξε ένα βλέμμα, που φανέρωνε καθαρά την άβολη θέση που βρισκόταν. Δεν μπορούσε να κάθεται άλλο στην πολυθρόνα του και σηκώθηκε κοιτώντας τα μέλη, σχεδόν χωρίς να ξέρει τι να πει.

Πώς να μιλήσει για μια μεγάλη καταστροφή που βρισκόταν προ των πυλών; Όλοι τον κοιτούσαν με φόβο τώρα. Ήταν η πρώτη φορά που ο Γκάλαχαντ σηκώθηκε από το τραπέζι του συμβουλίου για να πει κάτι.

Πριν λίγες ημέρες είχαν πιάσει ένα σκάφος που μετέφερε παράνομο πολεμικό εξοπλισμό. Οι δύο συλληφθέντες πέθαναν μυστηριωδώς στο κελί τους, πριν ομολογήσουν οτιδήποτε και το Ανώτατο Συμβούλιο διέταξε τις αστυνομικές αρχές, να ερευνήσουν επειγόντως το θέμα και με άκρα μυστικότητα. Ο Νάγιαθ, ως μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου και υπεύθυνος για την αστυνομική διοίκηση του πλανήτη, ερευνούσε ακόμη την υπόθεση.

Σήμερα ο Γκάλαχαντ αντίκρισε τον Κάιν για πρώτη φορά μετά τα γεγονότα και αμέσως το δυσάρεστο αίσθημα έγινε εντονότερο. Μα πώς είναι δυνατόν ο Κάιν Ντεθ, ο εκλεκτός του πλανητικού λαού να έχει σχέση με όλα αυτά; Βεβαίως, από την πρώτη στιγμή που τον είχε συναντήσει, η διαίσθησή του τον είχε προειδοποιήσει να προσέχει κι έτσι πέρα από τις τυπικές επαφές, δεν είχε καμία άλλη σχέση μαζί του.

Ο Γκάλαχαντ πήρε τον λόγο, όμως πρώτη φορά στη ζωή του δεν ήξερε πώς να εκφράσει με λέξεις όσα ένιωθε.

«Ας είμαστε όλοι σε επιφυλακή», είπε μόνο, αποφεύγοντας να κοιτάξει τους άλλους στα μάτια. Δεν έπεισε κανέναν. Τα μέλη γύρω του άρχισαν να μιλάνε δυνατά.

«Η διαίσθησή σου είναι αλάνθαστη Γκάλαχαντ», είπε ο Ίανχαρ. «Πιστεύουμε και τιμούμε όλοι το χάρισμά σου και θα μας φανεί πολύ χρήσιμο στην αναστάτωση που δημιουργήθηκε. Θέλουμε πραγματικά να ακούσουμε τι πιστεύεις!»

Υψώθηκαν κι άλλες φωνές διαμαρτυρίας. Ο Γκάλαχαντ ένιωσε τα βλέμματα όλων να τον καρφώνουν, όμως το βλέμμα του Κάιν δίπλα του το ένιωσε πολύ διαφορετικό. Ο Λόβαν τον παρακολουθούσε με προσοχή.

«Λοιπόν…», συνέχισε ο Γκάλαχαντ με δισταγμό, «κάτι με ενοχλεί σε όλη αυτή την ιστορία και πιστεύω…» κοίταξε τον αρχηγό, σαν να ζητούσε βοήθεια. «Άαρχαν, δεν λέγονται εύκολα όσα έχω να πω. Δες γύρω σου, πόσο ειρηνικός είναι ο πλανήτης μας…»

Τα βλέμματα όλων όχι απλά τον κοιτούσαν, κυριολεκτικά τον κάρφωναν. Γύρισε σε όλους την πλάτη, κοιτώντας για λίγες στιγμές από το παράθυρο τον ανοιχτό ιώδη ουρανό και τα μάτια του μισόκλεισαν προσπαθώντας να δει μακριά. Χάθηκε για μια στιγμή στις σκέψεις του.

«Όλα είναι ειρηνικά και ήσυχα…», μονολόγησε σαν να αναπολούσε. «Η όμορφη πόλη μας, η Σαθουκάλλα… τα παιδιά μας που γελούν στον δρόμο… οι άνθρωποι που δουλεύουν χωρίς να σκιάζει τίποτα τη ζωή τους. Δεν έχουμε γνωρίσει πολεμικές καταστάσεις και μια τέτοια πιθανότητα δεν μπορεί να περάσει από το μυαλό μας. Είναι αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο σ’ εμάς, τίποτα δεν μπορεί να σπιλώσει την ειρήνη μας».

Στράφηκε προς τους γερουσιαστές, σαν να ξύπνησε από όνειρο και το βλέμμα του σταμάτησε στον Άαρχαν.

«Ποιος θα τολμήσει να πιστέψει αυτό που έχω να πω;»

Όλοι είχαν παγώσει, καταλαβαίνοντας σιγά-σιγά τη σοβαρότητα όσων εξέφραζε ο Σύμβουλος.

«Θέλεις να πεις Γκάλαχαντ…» παρατήρησε ο Άαρχαν μιλώντας αργά, χωρίς να θέλει να πιστέψει όσα καταλάβαινε, «εννοείς πως υπάρχει η πιθανότητα ενός πολέμου; Ότι κάποιος σκέφτεται να μας απειλήσει;»

Ποτέ η σιωπή δεν είχε πέσει τόσο βαριά στο συμβούλιό τους.

«Ποιος θα μπορούσε να είναι;» συνέχισε ο αρχηγός, με ελαφρύ τρέμουλο στη φωνή του. «Ποιος μπορεί να είναι; Ποιος θα ήθελε τη δυστυχία ενός πολέμου; Ποιος θα είχε όφελος από κάτι τέτοιο;» Τα τελευταία λόγια σχεδόν τα ψιθύρισε.

«Λυπάμαι…», αποκρίθηκε ο Γκάλαχαντ κουνώντας περίλυπα το κεφάλι του. «Λυπάμαι που είστε αναγκασμένοι να το ακούσετε αυτό. Διαισθάνομαι πως μεγάλο κακό θα βρει πολύ σύντομα την Εζερστένια… και το κακό αυτό θα επηρεάσει μέχρι και το τελευταίο πετραδάκι της».

Δεν είπε τίποτε άλλο. Κάθισε στη θέση του και ακουμπώντας το κεφάλι στην παλάμη του, στηρίχτηκε στο τραπέζι. Ο Άαρχαν πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τον Κάιν Ντεθ, με μάτια που έλπιζαν σε μια αντίθετη άποψη πάνω στο θέμα. Όλα τα μέλη είχαν μουδιάσει.

«Κάιν… ποια είναι η γνώμη σου;»

Εκείνος κοίταξε το συμβούλιο και χαμογέλασε.

«Αγαπητοί μου συνάδελφοι», είπε με πιο ανάλαφρη διάθεση, «έχετε απόλυτο δίκιο να ανησυχείτε για το γεγονός και σίγουρα σας τάραξαν ακόμη περισσότερο οι δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον».

Κοίταξε τον Γκάλαχαντ, χαμογελώντας με συμπόνια. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε με απορία, νιώθοντας πως δεν θα του άρεσαν όσα θα άκουγε.

«Δεν αμφισβητώ σε καμία περίπτωση το χάρισμα αυτής της ένδοξης γενιάς», συνέχισε ο Κάιν εξακολουθώντας να χαμογελάει. «Πολλές φορές μας έχει προειδοποιήσει στο παρελθόν για επικείμενους κινδύνους σε κρίσιμες στιγμές. Το δέχομαι όπως και όλοι σας. Όμως…»

Ο Γκάλαχαντ έσμιξε τα φρύδια του. Όμως…;

«Ίσως να δώσαμε μεγαλύτερη βαρύτητα στο συγκεκριμένο γεγονός απ’ ότι θα έπρεπε. Νομίζω ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό».

Άνοιξε τον φάκελό του κι έβγαλε μια σειρά από έγγραφα, προσεκτικά τακτοποιημένα.

«Εγώ ο ίδιος, μαζί με τον Νάγιαθ, κάναμε έρευνα σχετικά με το σκάφος που πιάσαμε. Έχω εδώ όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από την προσπάθεια μιας συμμορίας να φέρει κάποια όπλα μαζικής καταστροφής, για να εξαλείψει μίαν άλλη στην πόλη Ντουν. Όλες οι αποδείξεις που προσκομίζω στο σεβαστό μας συμβούλιο μπορούν να ελεγχθούν».

Τα μέλη στράφηκαν στο Νάγιαθ που έσπευσε να συμφωνήσει. «Είναι αλήθεια».

Οι γερουσιαστές κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με φανερή ανακούφιση. Το να πιστέψουν την ευχάριστη εκδοχή ήταν πολύ πιο εύκολο, γιατί τακτοποιούσε τα πάντα. Ο Γκάλαχαντ κοίταζε άναυδος, μία τον Κάιν και μία τον Νάγιαθ. Πρώτη, μα πρώτη φορά στην ιστορία των συμβουλίων, κάποιος αμφισβητούσε τόσο ανοιχτά τη γνώμη και κυρίως τη διαίσθηση ενός Συμβούλου! Ήξερε τι ένιωθε, ήξερε! Σε καμία περίπτωση δε θα διακινδύνευε να εκθέσει τα χαρίσματα της γενιάς του, χωρίς να είναι σίγουρος!

Ο Άαρχαν κοίταξε τον Κάιν χαμογελαστός.

«Μπορώ να πω ότι νιώθω μεγάλη ανακούφιση, χωρίς όμως να πάψω να προβληματίζομαι για τα λεγόμενα του Γκάλαχαντ», είπε διπλωματικά καθώς ο Κάιν του έδινε τα έγγραφα.

Όλοι στράφηκαν προς τον Γκάλαχαντ περιμένοντας να μιλήσει. Ο Λόβαν κοίταξε τα μέλη σχεδόν με αγανάκτηση για την στάση τους. Και για εκείνον ήταν δύσκολο να δεχτεί όσα είπε ο φίλος του, αλλά για να τα πει, ήταν σίγουρα αλήθεια. Τον πίστευε… τουλάχιστον προσπαθούσε να τον πιστέψει.

«Δε νομίζω πως πρέπει να αγνοήσουμε τα λόγια του Συμβούλου», είπε έντονα. «Δεν μπορείτε να τον αμφισβητείτε! Σίγουρα κάτι υπάρχει πίσω από τη διαίσθησή του!»

Ο Γκάλαχαντ δεν ήταν σε θέση να πει τίποτα. Η σύγχυση ήταν φανερή στο πρόσωπό του. Τον λόγο πήρε ο Κάιν, μιλώντας εξαιρετικά καλοσυνάτα.

«Ο αγαπητός μας Γκάλαχαντ μας έχει βοηθήσει σε πολλές σημαντικές αποφάσεις με τη διαίσθησή του. Το συγκεκριμένο όμως θέμα ήταν τελικά άνευ ιδιαίτερης σημασίας. Φταίμε μάλλον κι εμείς που του δώσαμε τόση βαρύτητα. Είμαι σίγουρος, ότι θα συμφωνείτε μαζί μου αγαπητοί συνάδελφοι… κι εσύ Λόβαν… πως ο Γκάλαχαντ νιώθει την ίδια ανακούφιση με όλους μας, τώρα που το θέμα έληξε τόσο ομαλά».

Χτύπησε χαϊδευτικά την πλάτη του έκπληκτου Γκάλαχαντ.

«Επιμένω!» αναφώνησε ο Λόβαν.

Ο Άαρχαν τότε προτίμησε να σημάνει τη λήξη της συνεδρίασης. Η απάντηση του Κάιν έβαλε το θέμα στο σωστό κουτάκι και δε θα τους προβλημάτιζε άλλο. Δεν ήθελε να συνεχιστεί η συνέλευση και τα πράγματα να πάρουν άλλη τροπή.

«Θα συνεχίσουμε αύριο την ίδια ώρα», είπε και σηκώθηκε.

Ο Γκάλαχαντ πετάχτηκε πάνω και πλησίασε τον Άαρχαν με μεγάλα βήματα. Τα μάτια του έδειχναν βαθιά απογοήτευση.

«Άαρχαν», είπε με ένταση στη φωνή, «ποτέ στο παρελθόν τα χαρίσματα της γενιάς μου δεν έχουν αμφισβητηθεί και πάντα υπηρετούσαμε ως Σύμβουλοι με τον καλύτερο τρόπο. Δεν ξέρω πώς κατάφερε ο Κάιν να αποδείξει τα περί συμμοριών, γι’ αυτό και απευθύνομαι προσωπικά σε σένα, έχοντας να πω το εξής: Αυτό που νιώθω είναι κάτι πολύ έντονο και αναμφισβήτητο!»

Ο Άαρχαν κοίταξε τα λαμπερά μάτια του Γκάλαχαντ. Ήταν πολύ ευχαριστημένος με τον Κάιν, που τους απάλλαξε γρήγορα από μεγάλο πονοκέφαλο και δεν υπήρχε περίπτωση να αμφισβητήσει τώρα τα χειροπιαστά στοιχεία. Έσφιξε στα χέρια του τα έγγραφα που του είχε δώσει ο Κάιν. Αυτά ήταν κάτι σταθερό, ήταν ο νόμος, ήταν το αποτέλεσμα της έρευνας που έγινε με πιστοποιήσεις και υπογραφές, για να διώξουν κάθε προβληματισμό. Και φυσικά τακτοποιούσαν το θέμα στο κουτάκι που άνηκε.

«Αγαπητέ μου Γκάλαχαντ, δεν αμφισβητώ ποτέ τη διαίσθησή σου. Απλώς, μπορεί τελικά τα αισθήματά σου να δείχνουν προς κάποια άλλη κατεύθυνση, που ίσως να σου ξέφυγε. Είμαι σίγουρος πως θα το ξεκαθαρίσεις σύντομα. Αν χρειάζεσαι να λείψεις μερικές μέρες για να συγκεντρωθείς, με χαρά να σου τις δώσω!» είπε και τον χτύπησε φιλικά στον ώμο.

Ο Γκάλαχαντ δεν πίστευε όσα άκουγε. Τον κοίταξε με ανησυχία και απελπισία.

«Μα, τι λες Άαρχαν; Υπήρχε περίπτωση να μιλήσω, αν δεν ήμουν κάτι παραπάνω από σίγουρος; Τα χαρίσματά μου σε έχουν υπηρετήσει σωστά και σε προσωπικούς σου προβληματισμούς! Πώς είναι δυνατόν να το ξεχνάς; Πώς μπορείς να με αμφισβητείς;»

Ο Άαρχαν κοίταξε ερευνητικά τα μάτια του Γκάλαχαντ, σαν να προσπαθούσε να δει πέρα από αυτά.

«Κοίτα… δεν αμφισβητώ σε καμία περίπτωση τα χαρίσματά σου. Εσείς οι Αστροφεγγίτες είστε τόσο πολύπλοκοι, που μπορεί ενίοτε να χάνεστε μέσα στις σκέψεις και στα συναισθήματά σας. Επιμένω στην άδεια. Πάρε όσο χρόνο σου χρειαστεί για να καταλάβεις τι συμβαίνει. Και αν η διαίσθησή σου σε οδηγήσει πάλι στο ίδιο συμπέρασμα, να έρθεις να μου το πεις προσωπικά. Και τότε θα σου αποδείξω πως η πίστη στα χαρίσματα της γενιάς σου δεν έχει χαθεί».

Τον άφησε σύξυλο και προχώρησε προς την έξοδο, κρατώντας σφιχτά τα χαρτιά. Ο Γκάλαχαντ ένιωθε να μένει στο κενό, χωρίς τίποτα για να κρατηθεί. Στηρίχτηκε για λίγο στο τραπέζι, προσπαθώντας να χωνέψει όσα άκουσε. Ο Λόβαν τον πλησίασε και τον έπιασε από τον ώμο.

Ο Γκάλαχαντ ένιωσε ένα βλέμμα επάνω του. Σήκωσε τα μάτια και είδε τον Κάιν στην έξοδο, να τον κοιτάζει χαμογελώντας αμυδρά. Τα γκρίζα του μάτια όμως ήταν τα πιο ψυχρά, τα πιο παγωμένα, τα πιο ανέκφραστα που είχε δει ποτέ του.

Ο Κάιν Ντεθ εμφανίστηκε στη Σαθουκάλλα για πρώτη φορά όταν εκλέχτηκε μέλος στο Ανώτατο Συμβούλιο. Είχε γεννηθεί πριν τριάντα τέσσερα χρόνια στην Ασαμάνγκα, μια μεγάλη πόλη στα βόρεια του πλανήτη. Οι γονείς του ήταν εύποροι, αλλά είχαν πεθάνει σε ατύχημα όταν ήταν μικρός. Όταν τέλειωσε τις σπουδές του άρχισε τις φιλανθρωπίες, εκποιώντας την περιουσία που κληρονόμησε. Σύντομα το κοινωνικό του έργο τον ανέδειξε ως έναν από τους μεγαλύτερους ευεργέτες της πόλης του.

Παρά το νεαρό της ηλικίας του, κατάφερε να τραβήξει τα βλέμματα πολλών. Ο κυβερνήτης της Ασαμάνγκα, λόγω της εκτίμησης που του είχαν οι περισσότεροι, είδε στο πρόσωπό του τον τέλειο εκπρόσωπο της πόλης τους στο Ανώτατο Συμβούλιο. Ο Κάιν δέχτηκε την τιμή λέγοντας, προτίθεμαι να προσφέρω ακόμη περισσότερα. Συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό του έργο, που ήταν ουσιαστικά η καλύτερη πολιτική καμπάνια που θα μπορούσε να κάνει υποψήφιο μέλος, κέρδισε τη συμπάθεια πολλών και σε άλλες πόλεις. Οπότε η νίκη του στις εκλογές τον έφερε στο Ανώτατο Συμβούλιο. Τότε εγκαταστάθηκε στη Σαθουκάλλα.

Εκεί συνέχισε τις φιλανθρωπίες, σαν Επικεφαλής της Πρόνοιας και πραγματικά παρουσίασε αξιοσημείωτο έργο στα επόμενα δύο χρόνια. Έτσι έλαβε τον τίτλο ο αγαπημένος του πλανητικού λαού και όλοι μόνο τα καλύτερα είχαν να πουν γι αυτόν. Τόσο οι κατώτερες τάξεις που είχαν ευεργετηθεί, όσο και οι ανώτερες που ωφελούνταν από μείωση φόρων, λόγω των συνεισφορών τους στο φιλανθρωπικό του έργο.

Όλοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Κάιν Ντεθ τον μέλλοντα αρχηγό του Συμβουλίου, όμως αυτό δεν φαινόταν να τον απασχολεί και αφοσιωνόταν ολοένα και περισσότερο στο έργο του. Γυρνώντας από πόλη σε πόλη, έβλεπε από κοντά τα προβλήματα που υπήρχαν και με γενναιόδωρες προσφορές ευεργετούσε πολύ κόσμο.

Ο Γκάλαχαντ μισόκλεισε τα μάτια του. Το απόγευμα ήταν ζεστό και οι ήλιοι λαμπεροί. Χαλάρωνε στην κουνιστή πολυθρόνα του, απολαμβάνοντας τις γλυκές ευωδίες των λουλουδιών στον κήπο. Ο Κάιν πέρασε ακόμη μια φορά από το μυαλό του. Ένας φαινομενικά γλυκομίλητος και όμορφος άντρας, με κοντά καστανόξανθα μαλλιά και γκρίζο βλέμμα. Δεν είχε οικογένεια, ούτε τον είχαν δει ποτέ να κυκλοφορεί με κάποια γυναίκα. Από την αρχή δεν του είχε κάνει καλή εντύπωση και σήμερα επιβεβαιώθηκαν οι ανησυχίες του. Το βλέμμα που του είχε ρίξει στο τέλος του συμβουλίου, πέρα από ψυχρό, ήταν και προκλητικό, μοιάζοντας να λέει… ξέρω τι υποψιάζεσαι!

Ένιωσε πως σήμερα οι δυο τους έχουν πάρει θέσεις μάχης. Άφησε την ενέργεια του Σύμπαντος να τον αγκαλιάσει και ζήτησε καθοδήγηση. Τι έπρεπε να κάνει; Η απάντηση ήρθε αμέσως… Να βρεις αποδείξεις και να τις παρουσιάσεις στο συμβούλιο.

Ανάσανε βαθιά. Το καλύτερο θα ήταν να παρακολουθήσει στον Κάιν. Ποτέ όμως δεν είχε αναλάβει τόσο ενεργητικό ρόλο… πώς να έκανε κάτι τέτοιο χωρίς να τον πάρει είδηση;

Η απάντηση του Σύμπαντος ήταν ξεκάθαρη. Δράσε, για να συμβούν τα επόμενα βήματα!

Όταν άνοιξε τα μάτια, είδε τον ουρανό γεμάτο με βιολετί σύννεφα. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Από το σπίτι άκουγε τα μέλη της οικογενείας του να συνομιλούν σιγά για να μην τον ενοχλήσουν. Έπεσαν οι πρώτες ψιχάλες και ο Γκάλαχαντ άπλωσε το χέρι, καλωσορίζοντας σιωπηλά, με ευγνωμοσύνη, την ανοιξιάτικη βροχή.

Από την άλλη, ο Κάιν σηκώθηκε από τον καναπέ και ανέβηκε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στη σοφίτα του σπιτιού του. Μπορεί να ήταν σκοτεινά, όμως αυτό δεν τον εμπόδιζε να κινείται με μεγάλη άνεση. Έσπρωξε την πόρτα της σοφίτας και κατευθύνθηκε προς το μικρό γραφείο στη γωνία, ανάμεσα από μεγάλα κλειστά κιβώτια. Κάθισε στην καρέκλα και άνοιξε τον μικρό φορητό υπολογιστή.

Η οθόνη άναψε και τα δάκτυλά του πετούσαν πάνω στα πλήκτρα.

«Είναι όλα έτοιμα», έγραψε.

«Κι εμείς το ίδιο», ήταν η απάντηση. «Ο στρατός είναι έτοιμος. Πώς πάει η συγκέντρωση του δικού σου στρατού;»

«Έχω ήδη στρατολογήσει αρκετές εκατοντάδες», πληκτρολόγησε ο Κάιν. «Ο δικός σας στρατός είναι ο βασικός, μην το ξεχνάτε».

«Δεν το ξεχνάμε», απάντησαν εκείνοι. «Κι εσύ μην ξεχνάς για ποιο λόγο γίνεται όλο αυτό. Σε στείλαμε με πολύ συγκεκριμένη αποστολή. Πρέπει να τον έχουμε με το μέρος μας! Η Εζερστένια είναι η δεύτερη ευκαιρία μας! Δεν πρέπει να την χάσουμε!»

«Θα εκπληρωθεί», απάντησε ο Κάιν κι έκλεισε την επικοινωνία.

Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. Σηκώθηκε και πήρε ένα μακρύ μαύρο μανδύα από την ντουλάπα. Στο πρόσωπο φόρεσε μια μάσκα και αμέσως δυο λοξά πύρινα μάτια φωτίστηκαν στην επιφάνειά της. Σκέπασε το κεφάλι με την κουκούλα και κατέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στο υπόγειο. Εκεί στο γκαράζ υπήρχε ένα όχημα χωρίς πινακίδες, ειδικό για την αποστολή του. Μπήκε μέσα και αφού σιγουρεύτηκε ότι κανείς δεν υπήρχε ολόγυρα, βγήκε στο δρόμο.

Το όχημα απογειώθηκε, μετατρεπόμενο σε μικρό σκάφος και πέταξε προς την άλλη άκρη της πόλης. Μετά από λίγη ώρα προσγειώθηκε δίπλα σε μια συστάδα δέντρων, κοντά σε μια παλιά γέφυρα. Εδώ η περιοχή ήταν αραιοκατοικημένη, με ψηλά δέντρα και χωμάτινους δρόμους, ένα μέρος όπου φημιζόταν για παράνομες δοσοληψίες. Κάτω από τη γέφυρα υπήρχε ένα νυχτερινό κέντρο. Εξωτερικά έμοιαζε με ερειπωμένη καλύβα, αλλά εσωτερικά ήταν πολύ καλά διατηρημένο.

Ο Κάιν μπήκε μέσα, χωρίς κανείς να γνωρίζει την αληθινή του ταυτότητα. Διακριτική μουσική και χαμηλά φώτα ήταν η ατμόσφαιρα του μαγαζιού. Ο καπνός από διάφορες διεγερτικές ουσίες έπνιγε τον χώρο, αλλά δεν φαινόταν να ενοχλεί τους θαμώνες. Ύποπτες συναλλαγές, χρήσεις εθιστικών ουσιών, εμπόρια όλων των ειδών… ο χώρος ευνοούσε όλες τις παράνομες δραστηριότητες που μπορούσε κανείς να φανταστεί.

Κάποιοι κάθονταν σε στρογγυλά τραπέζια, αλλά πολλοί στέκονταν όρθιοι. Γυναίκες μισόγυμνες στα πόδια αντρών, γελούσαν ψιθυρίζοντας και ο ιδιοκτήτης πίσω από το μπαρ, κοιτούσε γύρω του με στενεμένα μάτια, σερβίροντας αμφίβολης ποιότητας ποτά.

Ο Κάιν αναγνώρισε το μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Δέλορελ. Η μεταμφίεσή του δεν έκρυβε τη χοντρή κοιλιά του. Ήταν ήδη με το μέρος του, χωρίς να γνωρίζει ποιος κρυβόταν πίσω απ’ όλα αυτά, με κίνητρο την ισχύ και το χρήμα. Ο Κάιν στάθηκε στην πόρτα, ψάχνοντας ένα συγκεκριμένο άτομο. Μερικοί γύρισαν να τον κοιτάξουν, αλλά δεν του έδωσαν παραπάνω σημασία απ’ ότι θα έδιναν σε έναν οποιονδήποτε πελάτη.

Τα μάτια του καρφώθηκαν σ’ έναν τριαντάχρονο άντρα που συζητούσε χαμηλόφωνα με κάποιους άλλους, γύρω από ένα τραπέζι. Το βλέμμα του ήταν τόσο έντονο, που ο άνδρας ένιωσε την παρουσία του και γύρισε να τον κοιτάξει. Το καπέλο έκρυβε το πρόσωπό του στις σκιές. Ήταν ο Νάγιαθ Νάρλεστ, ένα ακόμη μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου που ήταν με το μέρος του και πέρα από τα κίνητρα που είχε και ο Δέλορελ, ο Κάιν τον προόριζε για υπαρχηγό του. Ο Νάγιαθ ήταν ο μόνος που γνώριζε και την πραγματική ταυτότητα του Κάιν.

Οι δύο άνδρες κοιτάχτηκαν και ο Κάιν βγήκε έξω. Μετά από λίγο τον ακολούθησε ο Νάγιαθ. Στάθηκαν σε μια γωνιά ανάμεσα στα δέντρα.

«Ακούω», είπε ο Κάιν.

«Όλα τακτοποιήθηκαν όπως είδες και στο συμβούλιο παρουσιάσαμε το θέμα ακριβώς όπως συμφωνήσαμε», είπε ο Νάγιαθ σιγά. «Οι συλληφθέντες υπεύθυνοι τιμωρήθηκαν όπως πρόσταξες».

«Ωραία. Άκου τώρα. Σε μια βδομάδα ακριβώς, την έβδομη μέρα, θέλω να συγκεντρώσεις όλους τους οπαδούς μας στη σπηλιά. Θα μοιραστούν και τα όπλα γιατί η επίθεση δεν είναι μακριά. Εκεί θα ανακοινώσω τότε και την ημέρα της επιχείρησης».

Η φωνή του Κάιν ακουγόταν αφύσικα όμορφη, χαϊδεύοντας τις αισθήσεις και παίζοντας περίεργα παιχνίδια με το μυαλό του ακροατή. Ο Νάγιαθ την αισθανόταν σαν παρενέργεια από διεγερτική ουσία. Απαλή, καλοσυνάτη, αλλά κατά βάθος απατηλή. Συγκέντρωσε τις σκέψεις του ξανά στη συζήτηση.

«Η επίθεση θα ξεκινήσει από τη Σαθουκάλλα;» ρώτησε ο Νάγιαθ.

«Ναι. Μετά θα απλωθούμε στις άλλες πόλεις».

«Μήπως…»

«Γιατί αμφισβητείς;» τον έκοψε απότομα ο Κάιν. «Νομίζεις πως θα προλάβει να οργανωθεί κάποια άμυνα; Δεν υπάρχει στρατός, δεν υπάρχουν όπλα, δεν υπάρχει τίποτα! Και η αστυνομία θα κοιτάξει να σώσει τον εαυτό της και όχι τον πλανητικό λαό».

«Έχεις δίκιο».

«Μου ανέφερες ότι έχεις κι άλλους κατά νου κι έμενε μόνο να τους μιλήσεις. Κάντο τώρα!»

«Με τον Γκάλαχαντ τι θα γίνει; Βλέπεις ότι σωστά υποψιάζεται».

«Θα τον αναλάβω εγώ. Θα σε συναντήσω κατευθείαν στη σπηλιά. Φύγε τώρα. Φώναξέ μου τον Δέλορελ. Έχω μια δουλειά και γι’ αυτόν».

Ο Νάγιαθ ένευσε με το κεφάλι κι έφυγε. Σε λίγο εμφανίστηκε ο Δέλορελ. Ήταν η τρίτη φορά που συναντούσε τον μυστηριώδη άγνωστο και τον κυρίευε μια νευρικότητα ανάμικτη με φόβο. Είχε δελεαστεί με τα αναμενόμενα κέρδη και ήδη μεγάλα χρηματικά ποσά είχαν μπει στον προσωπικό του λογαριασμό. Ο άγνωστος τον διαβεβαίωνε πως το μόνο που θα άλλαζε στον πλανήτη ήταν το πολιτικό σύστημα… με επώδυνο τρόπο βέβαια, αλλά η διαδικασία δε θα κρατούσε πολύ. Σύντομα η κάθε πόλη θα δεχόταν τους όρους που θα έθετε κι ένα νέο καθεστώς διακυβέρνησης θα υπήρχε για όλους.

Και ο σκοτεινός άγνωστος είχε υποσχεθεί στον Δέλορελ, στον Νάγιαθ αλλά και σε πολλούς άλλους που συμμετείχαν στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, υψηλές θέσεις στο νέο κυβερνητικό πλάνο, λέγοντάς τους παράλληλα… «Σας δίνω τη δυνατότητα να πάρετε θέση από την αρχή. Με ή χωρίς εσάς, εγώ θα κατακτήσω τον πλανήτη, οπότε καλύτερα να διαλέξετε σωστά…»

«Στις διαταγές σου», είπε ο Δέλορελ μην τολμώντας να τον κοιτάξει στα μάτια.

«Αγαπητέ μου Δέλορελ, θέλω να κάνεις μια μικρή έρευνα για μένα», του είπε. «Θέλω να ερευνήσεις και να μάθεις όσα περισσότερα μπορείς για τη γενιά της Αστροφεγγιάς… και ειδικά για την οικογένεια του Γκάλαχαντ. Πρόσεξε! Δεν θέλω να μου μεταφέρεις όσα γνωρίζει ήδη ο κόσμος, αλλά πληροφορίες που δεν γνωρίζουν οι πολλοί. Μία από αυτές που με ενδιαφέρει, είναι το ιστορικό των προηγούμενων Συμβούλων και από ποια οικογένεια προέρχονταν. Όλοι όσοι υπηρέτησαν στο Ανώτατο Συμβούλιο!».

«Για τους… τους Συμβούλους;»

«Μην τολμήσεις να ρωτήσεις περισσότερα! Και περιττό να σου πω πόσο προσεκτικός θα πρέπει να είσαι στην έρευνά σου! Όπως είδες και μόνος σου, η διορατικότητα του Γκάλαχαντ μας έβαλε σε μπελάδες! Πρόσεχε λοιπόν! Ειδοποίησέ με μόλις έχεις κάτι».

Από τις πτυχές του μανδύα του έβγαλε ένα ψηφιακό δίσκο και του τον έδωσε.

«Για να εξαφανίσεις τα ίχνη σου».

Ο Δέλορελ πήρε τον ψηφιακό δίσκο κι έφυγε γεμάτος ερωτηματικά. Όχι τόσο για το πού θα έβρισκε το υλικό, όσο το γιατί ο Άγνωστος να θέλει τις συγκεκριμένες πληροφορίες. Η γενιά της Αστροφεγγιάς ποτέ άλλοτε δεν είχε μπει στο στόχαστρο. Γιατί να θέλει να μάθει ειδικά για τους Συμβούλους;

Ο Κάιν κατευθύνθηκε προς το όχημά του. Στο μυαλό του τριγύριζαν χιλιάδες σκέψεις. Σύντομα θα άλλαζαν τα πάντα. Η καλοστημένη εικόνα που είχε κτίσει με τόση υπομονή, απέδιδε καρπούς και κανείς δεν τον υποψιαζόταν. Εκτός από τον Γκάλαχαντ βέβαια…

Είχε όμως σχέδιο γι’ αυτόν… Το νέο καθεστώς διακυβέρνησης που θα ερχόταν, έπρεπε να διατηρήσει τη θέση του Συμβούλου. Χρειάζονταν το μυαλό του και τη δυνατότητα που είχε να ανοίγει τη βιβλιοθήκη της Συμπαντικής Γνώσης. Ω ναι, αυτό το γνώριζε ο Κάιν. Του είχαν πει με ποιο τρόπο ο Σύμβουλος έπαιρνε τις απαντήσεις που ήθελε. Πολλά έπρεπε να γίνουν στην Εζερστένια και χρειάζονταν εκείνον που θα μπορούσε να αντλεί γνώσεις για νέες εφαρμογές. Αλλά και όχι μόνο για την Εζερστένια…

Ο Κάιν κοίταζε σκεφτικός την κονσόλα του οχήματός του. Ο Γκάλαχαντ αποκλείεται να δεχόταν να συνεχίσει στη θέση του Συμβούλου, υπό το νέο καθεστώς που ετοίμαζε. Ήταν μόλις σαράντα έξι ετών, οπότε είχε ακόμα πολλά χρόνια θητείας, αφού οι Σύμβουλοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, όταν οι μέρες της ζωής τους πλησίαζαν στο τέλος. Αυτό σημαίνει πως έχει ήδη γεννηθεί ο επόμενος Σύμβουλος και είναι τώρα σε νεαρή ηλικία, ίσως μικρό παιδί ή μωρό, άρα πιο εύπλαστος και πιο επιρρεπής σε νέες επιρροές.

Αποκλείεται να έβρισκε ποιος ήταν, γι’ αυτό θα τον ανάγκαζε να εμφανιστεί. Ανάσανε βαθιά με ανάμικτα συναισθήματα. Έπρεπε να σκοτώσει τον Γκάλαχαντ… μόνο έτσι θα έβρισκε το στίγμα του επόμενου Συμβούλου.

Η εβδομάδα πέρασε γρήγορα, χωρίς να γνωρίζει κανείς για τον μυστηριώδη άγνωστο, που όλοι τον αποκαλούσαν απλώς, ο Άγνωστος. Όσοι δέχτηκαν να μπουν στην υπηρεσία του, γνώριζαν μόνο τα βασικά. Ότι μια νέα δύναμη ετοιμαζόταν να αλλάξει τον πλανήτη και η νίκη ήταν δεδομένη. Για όσους πήγαιναν με το μέρος του, τους περίμενε χρήμα κι εξασφαλισμένες θέσεις στο νέο καθεστώς. Και οι περισσότεροι, άλλοι από φόβο, άλλοι από προσωπικές φιλοδοξίες, πήγαιναν με το μέρος του Αγνώστου. Πίστευαν ότι θα γινόταν η Εζερστένια ένας πλανήτης όπου ο καθένας τους θα έκανε ότι ήθελε και ο Κάιν τους άφησε να καταταγούν με αυτή την ιδέα. Αν και ήταν αμφίβολης μαχητικότητας, ήθελαν να αλλάξουν τη ζωή τους και, όπως νόμιζαν, προς το συμφέρον τους.

Στο τέλος της επόμενης ημέρας, ο Κάιν επέστρεφε περπατώντας σπίτι του. Συνέχιζε κανονικά τις δραστηριότητές του, σαν υπεύθυνος της πρόνοιας, για να μην τον υποψιαστεί κανείς. Άλλωστε δε θα έκανε για πολύ καιρό ακόμη αυτή τη βαρετή δουλειά. Στο δρόμο τον χαιρετούσαν όλοι κι εκείνος ανταπέδιδε χαμογελώντας.

Ένας άνδρας γύρω στα σαράντα πέντε, παρακολουθούσε από μακριά τον Κάιν, με έκφραση γεμάτη φόβο κι ενοχή. Ο δισταγμός φαινόταν στα σφιγμένα χέρια του, αλλά τελικά τον πλησίασε. Ο Κάιν, νιώθοντας κάποιον πίσω του, γύρισε ξαφνιασμένος. Αμέσως ηρέμησε, βλέποντας άλλον ένα κακομοίρη του πλανητικού λαού. Συνέβαινε πολύ συχνά να τον πιάνουν άγνωστοι στο δρόμο και να του ζητάνε βοήθεια.

«Καλησπέρα», χαμογέλασε στον άνθρωπο.

Εκείνος κοίταξε φοβισμένος γύρω του και μετά του έκανε νόημα να μπουν στο στενάκι λίγο πιο πέρα.

«Θέλεις κάτι να μου πεις;» τον ρώτησε ο Κάιν ακολουθώντας τον.

Μπήκαν στο στενό. Ο άνθρωπος φαινόταν πολύ ταραγμένος, σαν να έτρεμε τον ίσκιο του και κάθε τόσο κοιτούσε γύρω με επιφύλαξη. Στάθηκαν πίσω από μια προεξοχή του τοίχου, για να μην τους βλέπει κανείς.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Κάιν αρχίζοντας να υποψιάζεται τις προθέσεις του. «Τι θέλεις να μου πεις;»

«Προσέχετε», ψιθύρισε, μη σταματώντας να κοιτάζει γύρω του. «Θα χτυπήσει και τίποτα δε θα μπορεί να σώσει τον πλανήτη μας… Πήγα μαζί του για τα λεφτά, μα αγαπώ και την ελευθερία μου».

«Τι εννοείς;» Τα μάτια του Κάιν στένεψαν ελαφρά.

«Μόνο εσείς μπορείτε να σώσετε την Εζερστένια από τον Άγνωστο!» Τα μάτια του γούρλωσαν τρομαγμένα σαν πρόφερε το όνομα αυτό. «Μαζεύει στρατό και θα καταστρέψει τα πάντα!»

Ο άντρας δεν είπε τίποτε άλλο κι έτρεξε στο δρόμο, χωρίς να περιμένει την απάντηση του Κάιν.

Εκείνος τον κοίταζε έντονα καθώς απομακρυνόταν και τα ψυχρά γκρίζα μάτια του στένεψαν περισσότερο.

Έπρεπε να βιαστούν!

Ο Γκάλαχαντ ένιωθε όλο και περισσότερο ένα έντονο πάθος να καίει μέσα στον Κάιν Ντεθ. Το Σύμπαν του έδειχνε ξεκάθαρα πως εκείνος ήταν η πηγή όλης της επικείμενης συμφοράς που θα έβρισκε τον πλανήτη τους και ο δικός του ρόλος ως Σύμβουλος, ήταν να δημιουργήσει τη δυνατότητα επιλογών στον πλανητικό λαό.

Κανένας δεν τον πίστευε όμως… Πόσο μάλλον εάν τους έλεγε πως κάτι ετοιμάζει ο εκλεκτός του λαού. Ήθελε τόσο να χαθεί για μέρες σε όμορφες σκέψεις, αλλά το καθήκον τον κρατούσε γειωμένο με την κατάσταση. Κάθισε αναπαυτικότερα στην πολυθρόνα κι έσμιξε τα φρύδια του, δίχως να ακούει τίποτε απ’ όσα λέγονταν στο συμβούλιο.

«Γκάλαχαντ!»

Η φωνή του Άαρχαν ακούστηκε για δεύτερη φορά.

Εκείνος τον κοίταξε σαν να είχε μόλις ξυπνήσει. Τα μάτια του σταμάτησαν στον Κάιν που καθόταν απέναντί του – τον κοιτούσε σαν να παραμόνευε.

«Επιμένω ότι χρειάζεται άδεια», τόνισε ο αρχηγός, απευθυνόμενος προς όλα τα μέλη. «Είναι το καλύτερο για τον Γκάλαχαντ, καθότι φαίνεται να νιώθει τόσο μπερδεμένος».

Ο Λόβαν κάτι πήγε να πει, αλλά ο Γκάλαχαντ τον σταμάτησε με το βλέμμα του. Θα βρισκόταν σε αντιπαράθεση με το συμβούλιο μόνο όταν έφερνε αποδείξεις. Ήταν ανώφελο να ξοδέψει άλλη ενέργεια προσπαθώντας να τους πείσει.

Όταν το συμβούλιο ολοκλήρωσε τις εργασίες του, σηκώθηκε και προχώρησε προς την έξοδο μαζί με τον Λόβαν. Μόλις βγήκαν έξω, ο Λόβαν του έκανε νόημα να σταθούν λίγο πιο πέρα. Τα μάτια του Γκάλαχαντ αναζήτησαν τον Κάιν. Τον βρήκε να μιλάει χαμηλόφωνα με τον Άαρχαν, όμως τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Το βλέμμα του Γκάλαχαντ ξάστερο και γαλάζιο, ενώ του Κάιν γκρίζο και ψυχρό.

«Καλύτερα να φύγουμε από το κτίριο», προέτρεψε ο Γκάλαχαντ κι έσπρωξε ελαφρά τον Λόβαν προς τον ανελκυστήρα.

Μπήκαν μέσα μαζί με άλλα μέλη· ο Γκάλαχαντ ξεχώριζε απ’ όλους, καθώς ήταν ψηλότερος, πιο γεροδεμένος αλλά και πιο όμορφος. Τα σκούρα ξανθά σπαστά μαλλιά του έφταναν στο ύψος των ώμων σε ακανόνιστα μήκη, πλαισιώνοντας ένα λευκό πρόσωπο με άψογη επιδερμίδα. Κανείς από τη γενιά της Αστροφεγγιάς δεν έβγαζε γένια.

Βγήκαν από το κτίριο και ο Γκάλαχαντ γύρισε πίσω να δει αν για κάποιο λόγο τους ακολουθούσε ο Κάιν. Ευτυχώς όχι. Έκανε νόημα στον Λόβαν να σταθούν αρκετά μακριά από την είσοδο του κτιρίου.

«Πες μου Λόβαν», είπε τότε, αναμένοντας να ακούσει κάτι καθόλου καλό.

«Γκάλαχαντ, δεν θέλω να σε ανησυχήσω, αλλά είμαι σίγουρος ότι ήδη καταλαβαίνεις πολύ περισσότερα». Η φωνή του Λόβαν έτρεμε ελαφρά. «Κάποιος ρωτάει για τη γενιά σας. Κάποιος ψάχνει πληροφορίες και σκαλίζει πράγματα για εσάς, που δεν έχουν ερευνηθεί ποτέ. Και συγκεκριμένα για τους Συμβούλους!»

Ο Γκάλαχαντ ένιωσε το άσχημο συναίσθημα μέσα του να φουντώνει. Η ανάσα του έγινε γρήγορη και κοφτή και κοίταξε τον φίλο του έντονα, ακουμπώντας το χέρι στον ώμο του. «Ξέρεις ποιος;»

«Όχι, αλλά μου το είπε εμπιστευτικά ο Γκρέις…»

Ο Γκρέις ήταν ο επικεφαλής του πλανητικού αρχείου. Στο αρχείο αυτό υπήρχαν πληροφορίες για καθέναν που έζησε ή ζει στον πλανήτη τους, καθώς και καταγραφή όλων των γεγονότων που είχαν συμβεί στην Εζερστένια. Ήταν ένα πολύτιμο αρχείο και γι’ αυτό αντίγραφα των δεδομένων φυλάγονταν μυστικά και σε άλλες τρεις πόλεις. Πολλοί λίγοι γνώριζαν περισσότερες λεπτομέρειες. Η μία όμως από τις πόλεις αυτές ήταν και η Τζάναθαν Σάι.

Ο Γκρέις συμπαθούσε πολύ τον Γκάλαχαντ και ξέροντας πως ο Λόβαν είναι καλός του φίλος, ζήτησε να του μεταφέρει εμπιστευτικά αυτή την πληροφορία.

«Κανονικά ο Γκρέις θα ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος είναι. Κανείς δεν έχει πρόσβαση στη βάση δεδομένων ανώνυμα», επισήμανε ο Γκάλαχαντ.

«Αυτό ακριβώς του έκανε εντύπωση», ψιθύρισε ο Λόβαν. «Εκείνος που πήρε τις πληροφορίες, έβαλε μετά έναν ιό που κατέστρεψε όλα τα στοιχεία της πρόσβασης».

«Οι κάμερες ασφαλείας;»

«Το ερεύνησε επίσης ο Γκρέις. Δείχνουν μονάχα μια σκιά».

Τα μάτια του Γκάλαχαντ σκοτείνιασαν περισσότερο. Το μυαλό του πήγε στον Κάιν από την αρχή κιόλας της συζήτησης. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό, η διαίσθησή του ήταν ξεκάθαρη. Ο Κάιν, για κάποιο λόγο ήθελε να μάθει περισσότερα για τη γενιά του… άλλο ένα αίνιγμα. Γιατί να τον αφορά η γενιά της Αστροφεγγιάς;

«Είναι και κάτι άλλο… Όποιος κι αν ήταν εκείνος, αντέγραψε όλα τα στοιχεία που αφορούν στη δική σου οικογένεια».

Το αίμα του Γκάλαχαντ πάγωσε καθώς αναλογίστηκε τη γυναίκα και τα παιδιά του. Μια στιγμιαία ζαλάδα κόντεψε να τον ρίξει κάτω. Ο Λόβαν ανήσυχος τον κράτησε από το μπράτσο, εκείνος όμως του έκανε νόημα ότι είναι εντάξει. Έπρεπε να βρεθεί αμέσως μόνος και να σκεφτεί… να σκεφτεί πολύ! Όχι, όχι… δεν έπρεπε να καταφύγει σε όμορφες θετικές σκέψεις, όπως τον πίεζε ο εαυτός του να κάνει τελευταία…. Δεν υπήρχε χρόνος για καμία αναβολή. Έπρεπε να δράσει αμέσως!

Για μια στιγμή έσφιξε τα μάτια του, φανερώνοντας μια έντονη, εσωτερική πάλη.

«Γκάλαχαντ… τι συμβαίνει;»

«Πολλά υποψιάζομαι μα σε παρακαλώ μη ρωτάς περισσότερα», αποκρίθηκε ορθώνοντας το κορμί του. «Ένα πράγμα θα σου πω με τη συμβουλή να μην το αγνοήσεις. Έρχεται μια μεγάλη καταστροφή, κάτι πολύ κακό ετοιμάζεται να χτυπήσει την Εζερστένια… Και γνωρίζω και ποιος είναι πίσω απ’ όλα αυτά. Θα τα πούμε στο σπίτι μου, μέσα στις επόμενες ημέρες. Θα σε ειδοποιήσω μόλις έχω και χειροπιαστές αποδείξεις, πέρα από τη διαίσθησή μου».

Ο Λόβαν τον κοίταξε σιωπηλός.

«Φίλε μου… δε σου ζητάω να κάνεις κάτι. Ακόμα κι εγώ που γνωρίζω το επικείμενο κακό, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Όπως είδες και μόνος σου, κανείς δε με πίστεψε. Απλώς να είσαι σε ετοιμότητα, τίποτε άλλο. Είσαι ο καλύτερός μου φίλος και δεν θέλω να σου συμβεί κάτι κακό».

Ο Λόβαν κούνησε το κεφάλι.

«Πρέπει να φύγω τώρα», είπε ο Γκάλαχαντ. Σήκωσε το βλέμμα του και ατένισε τον ανέφελο ανοιχτό βιολετί ουρανό. «Αν μπορούσα θα πήγαινα στην Τζάναθαν Σάι…. όμως έχω ήδη μπει στο στόχαστρο και δεν θέλω να παρασύρω κανέναν μαζί μου. Άλλωστε πρέπει να ολοκληρώσω την αποστολή μου…»

«Αποστολή; Τι είναι αυτά που λες;»

Του χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Θα έχεις σύντομα νέα μου, καλέ μου φίλε».

Απομακρύνθηκε περπατώντας αργά, ενώ ο κοντός μανδύας της γκριζογάλανης στολής του ανέμιζε ελαφρά. Στα μάτια του Λόβαν εκείνη τη στιγμή έμοιαζε σαν τραγική σημαία, που ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει μία επικείμενη καταιγίδα.

Ο Γκάλαχαντ κατευθύνθηκε προς το χώρο στάθμευσης των οχημάτων, με χιλιάδες σκέψεις στο μυαλό του. Ούτε που κατάλαβε πότε μπήκε μέσα, οδήγησε κι έφτασε σπίτι του. Έσβησε τη μηχανή κι ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι, κλείνοντας για λίγο τα μάτια του. Πόσο ανάγκη είχε να σκεφτεί όμορφα πράγματα και να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις αρνητικές σκέψεις, μόνο όταν θα είχε πάρει τη θετική ενέργεια που χρειαζόταν!

Πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε από το όχημα. Όχι τώρα, δεν μπορούσε να το κάνει.

Μπήκε στην αυλή και κοίταξε γύρω, τον όμορφο περιποιημένο κήπο τους. Τα πρώτα λουλούδια έκαναν την εμφάνισή τους, μαζί με την άνοιξη. Η Βάθιαν, η αγαπημένη του σύζυγος, ήξερε πόσο σημαντικό ήταν για τον άνδρα της να βρίσκεται μέσα στη φύση, όπου αντλούσε μεγάλο μέρος της ενέργειάς του. Γι αυτό περιποιόταν προσωπικά και με πολύ αγάπη, τόσο τον μπροστινό κήπο όσο και την πίσω αυλή, την ιδιαίτερη γωνιά του Γκάλαχαντ.

Τα λουλούδια αυτά πρέπει να άνθισαν μέσα στο πρωινό, γιατί χθες δεν τα είχε δει. Έσκυψε και χάιδεψε τα μισάνοιχτα μπουμπούκια και χαμογέλασε. Να κάτι όμορφο…! Ένιωσε την ενέργεια του μικρού λουλουδιού στα δάχτυλά του, σαν να έχει απλώσει ένα αόρατο μικρό χεράκι, που άγγιζε το δικό του.

Σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού. Ήταν διώροφο με τα υπνοδωμάτια στον όροφο και το σαλόνι με μια μεγάλη κουζίνα στο ισόγειο. Μπροστά από το σπίτι βρισκόταν ένας μικρός κήπος, που έμοιαζε να υποδέχεται με την ομορφιά του την οικογένεια και τους επισκέπτες, αλλά στο πίσω μέρος έμοιαζε λες και ο παράδεισος της φύσης είχε εγκατασταθεί μόνιμα εκεί.

Ήταν το αγαπημένο μέρος του Γκάλαχαντ.

Έβγαλε τον κοντό του χιτώνα και τον κρέμασε προσεκτικά στην ντουλάπα δίπλα από την είσοδο. Όλοι έλειπαν και στο σπίτι επικρατούσε ησυχία. Ξεκούμπωσε τα πρώτα κουμπιά από το πουκάμισο κι έβγαλε την αγκράφα που κοσμούσε το στήθος του· την κράτησε για λίγο στο χέρι πριν τη βάλει στο συρτάρι. Ήταν το σήμα του Ανώτατου Συμβουλίου, δώδεκα χρυσά αστέρια που σχημάτιζαν έναν κοχλία. Αναστέναξε καθώς την έβαζε στη θέση της.

Έβγαλε τα παπούτσια του και ξυπόλητος κατευθύνθηκε στην πίσω αυλή. Άνοιξε τη μεγάλη γυάλινη συρόμενη πόρτα κι ένιωσε γαλήνη μόλις τα πόδια του άγγιξαν το πέτρινο δάπεδο. Σήκωσε τα μάτια ψηλά και κοίταξε τον ιώδη ουρανό με τα κατάλευκα σύννεφα στο βάθος. Θα ήθελε αν γινόταν να πετάξει και να ξαπλώσει σε κείνο το πουπουλένιο στρώμα, αφήνοντας πίσω τα βαριά συναισθήματα που του σκοτείνιαζαν την ψυχή.

Κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα και ακούμπησε τα πόδια στο ξύλινο τραπέζι. Στο βάθος του κήπου ορθώνονταν ψηλά κωνοφόρα δέντρα με ασημοπράσινο φύλλωμα, καλύπτοντας εντελώς τον πέτρινο φράχτη. Ήταν τόσο ψηλά που η κορφή τους συνόρευε με τον ουρανό. Χαμηλοί θάμνοι σε πράσινες και μπρούτζινες αποχρώσεις και παρτέρια με λουλούδια έτοιμα να ανθίσουν, στόλιζαν δεξιά κι αριστερά τα πέτρινα δρομάκια, που στριφογύριζαν σε όλο τον κήπο.

Ο Γκάλαχαντ έκλεισε τα μάτια απολαμβάνοντας τη δροσιά κάτω από την πέργολα, που ήταν καταπράσινη και πάντα ανθισμένη. Το αεράκι έφερνε μια γλυκιά ευωδιά από τα μικρά λευκά της άνθη και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένιωσε το φορτίο που τον βάραινε μέσα του να γίνεται κάπως ελαφρύτερο.

Στάθηκε για λίγες στιγμές χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Θα μπορούσε να μείνει έτσι για πάντα, παρέα με την αγαπημένη του Βάθιαν. Όμως δεν έπρεπε να αφήσει τον εαυτό του να παρασυρθεί από την εσωτερική γαλήνη που ένιωθε, γιατί θα ήταν δύσκολο μετά να επιστρέψει στην σκληρή πραγματικότητα. Η ανάκτηση της θετικής του ενέργειας μπορεί να έπαιρνε μέρες και τώρα ο Γκάλαχαντ ένιωθε πως δεν είχε καθόλου χρόνο.

Άφησε τα συναισθήματά του ελεύθερα και ζήτησε από το Σύμπαν να καταλάβει το δικό του ρόλο στην ιστορία. Ένιωσε τη σκέψη αυτή να γίνεται ένα μεγάλο κλειδί και να πηγαίνει στη φωτεινή βιβλιοθήκη.

Αυτό που αισθάνθηκε έκανε τα μάτια του να δακρύσουν! Το Σύμπαν του έδειξε πως ο κύκλος του τελείωνε και τώρα τον καλούσε πίσω.

Ο κύκλος του τελείωνε;

Πριν επιστρέψεις έχεις μια πολύ σημαντική αποστολή. Να προσφέρεις το δικαίωμα επιλογής στον πλανητικό λαό.

Όχι μόνο άκουσε ξεκάθαρα τις δύο αυτές φράσεις στο νου του, αλλά τις είδε και γραμμένες σ’ ένα κομμάτι χαρτί. Η εικόνα του εαυτού του να γράφει ένα γράμμα, έλαμψε σαν αστραπή μέσα του.

Γιατί; Αναρωτήθηκε σκεπάζοντας με τα χέρια το πρόσωπο. Ένας λυγμός τον έπνιξε και ολόκληρο το σώμα του τραντάχτηκε από ένα σιωπηλό κλάμα. Πώς θα προστάτευε την οικογένειά του εάν έφευγε;

Και αν ήταν να φύγει… αυτό σημαίνει πως ο νέος Σύμβουλος ήταν έτοιμος!

Γράψε τώρα το γράμμα Γκάλαχαντ! άκουσε μέσα του μια ξεκάθαρη φωνή.

Η επικοινωνία του με το Σύμπαν είχε τη μορφή αισθημάτων, που τα ερμήνευε έπειτα εκείνος σε λέξεις. Το να ακούει, όπως τώρα, τόσο ξεκάθαρα ολόκληρες φράσεις, ήταν κάτι που γινόταν για πρώτη φορά.

Σηκώθηκε κι έφερε από το γραφείο του χαρτιά και στυλό και νιώθοντας μια νέα δύναμη, άρχισε να υλοποιεί σε λέξεις τα αισθήματα που ένιωθε μέσα του. Μόλις τέλειωσε το γράμμα, ένα αίσθημα γαλήνης γέμισε την καρδιά του. Κοίταξε ψηλά και χαμογέλασε, σαν να έβλεπε το πρόσωπο του Σύμπαντος να του ανταποδίδει.

Η Βάθιαν, η σύντροφός του, τον πλησίασε αθόρυβα και τον αγκάλιασε από τους ώμους. Ήταν μια γλυκιά και μικρόσωμη παρουσία, τρία χρόνια μικρότερη από τον Γκάλαχαντ και ανήκε στη φυλή των Ασαμανγκανών. Η φυλή αυτή που ζούσε βόρεια του πλανήτη, είχε ασημένια επιδερμίδα, λευκά μαλλιά και υπέροχα βιολετί μάτια, σαν τον ουρανό της Εζερστένιας.

«Καλέ μου ήρθες νωρίτερα;»

Ο Γκάλαχαντ μόλις είχε κλείσει το φάκελο. Τον εξαφάνισε ανάμεσα στα λευκά φύλλα και αφήνοντάς τα πάνω στο τραπέζι, σηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος της, λάμποντας ολόκληρος. Η Βάθιαν τον κοίταξε με θαυμασμό και κράτησε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της.

«Είσαι όλο φως!»

Εκείνος τη φίλησε με πάθος και με μια κίνηση την πήρε στην αγκαλιά του. Μπήκαν στο σπίτι και χωρίς να την αφήσει, ανέβηκε τις σκάλες γρήγορα και την οδήγησε στο δωμάτιό τους. Γελούσαν και οι δύο. Σχεδόν την πέταξε στο κρεβάτι και με γρήγορες κινήσεις έβγαλε το πουκάμισό του. Ξάπλωσε πάνω της και τα χείλη τους ενώθηκαν.

Ο έρωτας που έκαναν εκείνη τη μέρα δεν προμήνυε τίποτε από τα άσχημα γεγονότα που θα ακολουθούσαν. Ο Γκάλαχαντ πήρε την απόφαση να σηκώσει μόνος του το βάρος αυτό και η οικογένειά του να το μάθει μόνο όταν όλα θα είχαν τελειώσει. Τα γέλια τους και τα χάδια έφεραν έναν έρωτα γεμάτο πάθος κι ένταση, σαν να είχαν να βρεθούν πολλά χρόνια.

Ο Γκάλαχαντ κοίταζε δίπλα του τη Βάθιαν. Ήταν και οι δύο λαχανιασμένοι. Έβαλαν τα γέλια. Εκείνη ακούμπησε το κεφάλι στο στήθος του και τον κοίταξε χαμογελώντας.

«Σήμερα λάμπεις!» παρατήρησε.

«Κι εσύ το ίδιο», αποκρίθηκε εκείνος, χωρίς να σταματήσει να χαμογελάει.

Το πρόσωπο του Γκάλαχαντ ήταν πανέμορφο. Πανέμορφο! Η Βάθιαν έκλεισε για λίγες στιγμές τα μάτια της, ανασαίνοντας βαθιά την ομορφιά του. Το χέρι του χάιδεψε το μάγουλό της απολαμβάνοντας τις στιγμές μαζί της.

Όταν ο Λόβαν του είχε ζητήσει να του περιγράψει τα μοναδικά αισθήματα της γενιάς της Αστροφεγγιάς πάνω στην αγάπη, εκείνος του απάντησε:

«Οι άνθρωποι της Αστροφεγγιάς δεν μιλάμε ποτέ μεταξύ μας για το πώς βιώνουμε την απόλυτη αγάπη, γιατί για εμάς είναι κάτι δεδομένο. Αλλά αν με ρωτήσεις τι σημαίνει η Βάθιαν για την ψυχή μου, θα σου έλεγα αυτό…»

«Εύχομαι να γινόταν να τη βάλω μέσα σε μια όμορφη σκέψη, για να μην πάθει ποτέ τίποτα κακό, ακόμη κι αν ήξερα πως δεν θα μπορούσα ποτέ να την αγγίζω. Θα μου έφτανε απλά να την κοιτάζω, μέχρι οι μέρες μου στον κόσμο τούτο να τελειώσουν…»

«Αν ρωτήσεις καθέναν από τη γενιά μας ξεχωριστά, θα σου πει το ίδιο πράγμα, με διαφορετικά ίσως λόγια. Για μας η αγάπη είναι αφοσίωση, προσφορά χωρίς να περιμένουμε ανταπόδοση, είναι η απόλυτη έκφραση των αισθημάτων μας χωρίς όρια, η ειλικρίνεια και η ελευθερία…»

«Ελευθερία;» αναρωτήθηκε ο Λόβαν.

«Όχι με την έννοια της φιλελεύθερης σχέσης», χαμογέλασε ο Γκάλαχαντ. «Ελευθερία σημαίνει να αφήνεις το σύντροφό σου ελεύθερο να εκφραστεί όπως νιώθει, να μην αισθάνεται ότι η αγάπη σου τον πιέζει. Ελευθερία στην αγάπη σημαίνει να κρατάς ισορροπίες. Η ελευθερία είναι η σοφία της αγάπης».

«Μοιάζει σαν… σαν να υποδουλώνεστε… κατά κάποιο τρόπο».

Ο Γκάλαχαντ έσκασε στα γέλια.

«Όχι, όχι… φυσικά όχι. Στους άλλους ίσως φαίνεται έτσι, γιατί συνήθως βάζουν τα αισθήματα σε ζυγαριά. Εγώ προσφέρω αυτό, εσύ όχι… Αν δεν μου το προσφέρεις, τότε κι εγώ… εγώ προσφέρω περισσότερα… και δημιουργούνται στενοχώριες και διαλυμένες σχέσεις».

«Μα αν ο καθένας σκεπτόταν έτσι, θα υπήρχε μεγάλη εκμετάλλευση από πολλούς».

«Όταν σκέφτεσαι με σοφία, εισπράττεις αυτό ακριβώς που επιθυμεί η καρδιά σου», τόνισε ο Γκάλαχαντ με σοβαρότητα. «Όταν ξεκινάς την αναζήτηση συντρόφου λέγοντας, εγώ μπορώ να προσφέρω αυτά και πρέπει και η σύντροφός μου να ανταποδώσει ανάλογα… τότε η σχέση που θα κάνεις είναι καταδικασμένη εξ αρχής. Η προσφορά σε μια σχέση δεν ζυγίζεται. Εμείς, για παράδειγμα, ξέρουμε ότι διαφέρουμε από τον υπόλοιπο πλανητικό λαό. Γνωρίζουμε ότι είμαστε όμορφοι και σίγουρα ανήκουμε, ας πούμε, στα καλά παιδιά. Δεν θα βρίσκαμε όμως ποτέ την αδελφή ψυχή μας, διαπραγματευόμενοι τα χαρίσματά μας».

«Δηλαδή θεωρείς δεδομένο κάθε χαρακτηριστικό σου και προχωράς;»

«Είσαι αυτό που είσαι και δεν χρειάζεται να το υπενθυμίζεις, ούτε στον εαυτό σου, ούτε σε κανέναν άλλο. Δεν το κάνεις σημαία για να σε προσέξει ο σύντροφός σου. Η αναζήτηση είναι σιωπηλή και μαθαίνεις να αφουγκράζεσαι την ενέργεια των άλλων, ώστε να διακρίνεις εκείνη ή εκείνον που γεννήθηκε για σένα. Και αυτό δεν ισχύει μονάχα για τη γενιά της Αστροφεγγιάς, αλλά για όσους ψάχνουν μια σχέση που θα κρατήσει μέχρι τα βαθιά γεράματα».

«Κι αν κάνετε λάθος;»

«Ποτέ δεν έχει γίνει στη γενιά μας».

«Τι γίνεται με τους υπόλοιπους; Πώς μπορούν να ξεχωρίσουν το ιδανικό;»

Ο Γκάλαχαντ άφησε την ερώτηση να γίνει κλειδί στη Συμπαντική βιβλιοθήκη και αμέσως η ενέργεια της απάντησης εμφανίστηκε μέσα του.

«Δεν γεννιούνται όλοι με την αναζήτηση της αδελφής ψυχής. Δεν ψάχνουν όλοι κάτι τόσο συγκεκριμένο. Οι περισσότεροι, μόλις βρουν κάποιο άτομο που νομίζουν ότι ταιριάζουν και μπορεί να περάσουν καλά μαζί, αρκούνται στην σχέση. Υπάρχουν κι επίσης πολλοί που απολαμβάνουν την τοξικότητα και τις συγκρούσεις μέσα στη σχέση. Θέλω να πω… όταν κάποιος γεννιέται αναζητώντας το άλλο του μισό, πάντα το βρίσκει. Γιατί είναι προορισμένος γι’ αυτό. Είναι μέσα στα πράγματα που έχει να κάνει στη ζωή του. Εμείς της Αστροφεγγιάς γεννιόμαστε με αυτό τον προορισμό. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά μας».

«Μόνο εσείς βρίσκετε την αδελφή ψυχή σας;»

«Όχι, κι άλλοι στην Εζερστένια γεννιούνται με αυτή την αποστολή. Όχι συχνά, αλλά συμβαίνει».

Ο Λόβαν κοίταξε για λίγες στιγμές τον Γκάλαχαντ με δισταγμό. «Ξέρεις…. η κόρη μου η Σάσεια είναι ερωτευμένη με τον Γιοζ», είπε χαμογελώντας. «Σε αυτή την περίπτωση τι κάνει η γενιά σας;»

Ο Γκάλαχαντ χαμογέλασε. «Συμβαίνει πολύ συχνά. Αλλά δεν γίνεται τίποτα… από τη μεριά μας. Για εμάς δεν υπάρχει προηγούμενη σχέση, πέρα από εκείνη που είμαστε προορισμένοι να ολοκληρώσουμε».

Τα μάτια του Λόβαν γελούσαν. «Και πόσο μπορείτε να περιμένετε;»

Ο Γκάλαχαντ έσκασε στα γέλια. «Ξέρω τι σκέφτεσαι φίλε μου. Δεν περιμένουμε παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται!»

Όταν είχε ξεκινήσει το ταξίδι της ψυχής του, καθοδηγούμενος από τη διαίσθησή του από πόλη σε πόλη, δεν φανταζόταν ποτέ τη δύναμη της αγάπης που ήταν κρυμμένη μέσα του. Αναγνώρισε αμέσως στο πρόσωπο της Βάθιαν το άλλο μισό της ψυχής του, την περίοδο που σπούδαζε πολιτικές επιστήμες στο Ανώτατο Εκπαιδευτήριο της πόλης Ντουν.

Από εκείνη την στιγμή δε χώρισαν ποτέ.

Την επόμενη μέρα ο Γκάλαχαντ δεν πήγε στο κυβερνητικό κτίριο και κάθισε σπίτι. Φερόταν σαν να μη συμβαίνει τίποτα και είπε απλά στην οικογένειά του πως δεν είχε να κάνει κάτι σημαντικό εκείνη τη μέρα. Έφτιαξε το αγαπημένο του ρόφημα από βότανα και παίρνοντας ένα βιβλίο, προφασίστηκε πως θα περνούσε την ημέρα του διαβάζοντας στην πίσω αυλή. Όμως σκεφτόταν την επόμενη κίνησή του.

Ο Γιοζ αποφάσισε να του μιλήσει εκείνη τη μέρα για τα δικά του αισθήματα. Δεν μπορούσε να τα αντέξει άλλο. Και η φίλη του Σλάις, με την οποία είχε συζητήσει το θέμα, τον προέτρεψε να μιλήσει στον πατέρα του. Έτσι, αντί να πάει στο εκπαιδευτήριο έμεινε σπίτι και μόλις έφυγαν όλοι, πήγε να τον βρει στην αυλή.

Ο Γκάλαχαντ είδε τον γιο του να πλησιάζει.

«Είναι καλή στιγμή να σε διακόψω πατέρα;»

«Μα φυσικά γιε μου», του απάντησε χαμογελώντας κι άφησε κάτω το βιβλίο.

Ο Γιοζ κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα του και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. «Νιώθω… νιώθω κάτι άσχημο να έρχεται».

Ο Γκάλαχαντ σοβάρεψε αμέσως. «Μπορείς να μου πεις οτιδήποτε Γιοζ».

«Αισθάνομαι πως ένα μεγάλο κακό μας πλησιάζει… όχι μόνο εμάς, αλλά όλη την Εζερστένια… κάτι πολύ άσχημο θα συμβεί».

Ο Γκάλαχαντ ένιωσε να μουδιάζει. Κοίταξε έντονα το γιο του. «Πόσο καιρό το αισθάνεσαι αυτό;»

«Καμιά δεκαριά μέρες. Πες μου πατέρα… είναι ένα κοινό αίσθημα… μια κοινή διαίσθηση που την έχουμε όλοι;»

Δεν απάντησε αμέσως. Σκεφτόταν τι έπρεπε να πει, κυρίως όμως πόσα έπρεπε να αποκαλύψει.

«Πατέρα…;»

Ο Γκάλαχαντ πήρε βαθιά ανάσα. «Όχι Γιοζ, δεν το νιώθουν όλοι», αποκρίθηκε. «Στην πραγματικότητα μόνο εγώ το αισθάνομαι… και τώρα εσύ».

Ο νεαρός έδειξε να ανησυχεί. «Τι συμβαίνει;»

«Η αλήθεια είναι πως κάτι κακό θα βρει τον πλανήτη μας», του εκμυστηρεύτηκε, διαλέγοντας προσεκτικά τις λέξεις.

Ο Γιοζ ένιωσε τότε να γνωρίζει ήδη την απάντηση. «Θα γίνει ένας πόλεμος, έτσι δεν είναι;» είπε αυθόρμητα.

Σχεδόν αμέσως κοίταξε τον πατέρα του ξαφνιασμένος. Το ίδιο ξαφνιασμένος ήταν και ο Γκάλαχαντ.

«Αυτή την αίσθηση έχω κι εγώ», συμφώνησε κοιτώντας τον ερευνητικά. «Τι άλλο νιώθεις;»

Κοίταζε τον πατέρα του, χωρίς όμως να τον βλέπει. Στην ερώτηση αυτή, αμέσως μέσα του γεννήθηκε η απάντηση. «Κάποιος γνωστός κρύβεται πίσω από αυτό που θα συμβεί», είπε αργά. «Ένας πολύ γνωστός και αγαπητός σε όλους… Δε θα τα καταφέρουμε… Θα κυριαρχήσει…»

Τα μάτια του Γιοζ δάκρυσαν. Έμοιαζε σαν χαμένος.

Και ο Γκάλαχαντ δάκρυσε, βλέποντας πως ο νέος Σύμβουλος ήταν κιόλας έτοιμος. Πρώτη φορά στην ιστορία της Αστροφεγγιάς ο επόμενος Σύμβουλος εμφανιζόταν στην ίδια οικογένεια και τόσο νωρίς. Έπιασε τα χέρια του γιου του και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.

«Όλα είναι εντάξει αγόρι μου, όλα είναι εντάξει…»

Εκείνος τον κοίταξε σαν να ξυπνούσε από όνειρο. «Πατέρα… γιατί τα είδα όλα αυτά; Είδα το μέλλον!»

Ο Γκάλαχαντ άκουσε ολοκάθαρα μια φωνή μέσα του να λέει: Μην του πεις!

«Είχες μια έντονη στιγμή… συμβαίνει καμιά φορά. Η διορατικότητα μερικές φορές ξεπερνάει τα σύνορα των διαστάσεων και μπορούμε να βλέπουμε μικρές αναλαμπές από πιθανά μέλλοντα».

«Αυτό όμως δε μου φάνηκε απλώς σαν κάτι πιθανό».

Ο Γκάλαχαντ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν ήταν… Θα γίνει σύντομα».

«Το ανέφερες στο Συμβούλιο; Σε άκουσαν;»

«Σε παρακαλώ, ας αφήσουμε τη συζήτηση εδώ. Σύντομα θα ξέρω περισσότερα και θα μιλήσω σε όλους… τόσο σε σας όσο και στο Συμβούλιο. Έχω κάποιες σκέψεις… Μην πεις τίποτα σε κανέναν. Θα μιλήσω σε όλους όταν έρθει η ώρα. Πήγαινε στο μάθημά σου και θα τα ξαναπούμε σύντομα».

Ο Γιοζ άφησε τον πατέρα του και ανέβηκε στο δωμάτιό του προβληματισμένος. Η εντύπωση της διαίσθησης ενός πιθανού μέλλοντος υποβιβάστηκε μέσα του, μπροστά στην επιβεβαίωση ότι όντως κάτι κακό θα συμβεί. Καθώς ετοίμαζε την τσάντα για να πάει στη σχολή του, σταμάτησε. Είχε νόημα να πάει; Δεν μπορούσε να συνεχίζει τη ζωή του σαν να μην τρέχει τίποτα. Σήκωσε το τηλέφωνο και ειδοποίησε τη Σλάις να βρεθούνε.

Η Σλάις Σέιβ ήταν η αγαπημένη του παιδική φίλη και συμμαθήτρια από την αρχή των παιδικών του χρόνων. Είχαν την ίδια ηλικία, την αγαπούσε και τη νοιαζόταν σαν αδελφή του. Οι γονείς της ήταν χωρισμένοι και ζούσε με την μητέρα της και τον αδελφό της Σκάι, που ήταν δέκα ετών. Στην πραγματικότητα όμως τους μεγάλωνε η γιαγιά τους, καθώς η μητέρα τους Άριους είχε πολυάσχολη ζωή, δουλεύοντας σε μεγάλη εμπορική εταιρία.

Ο Γιοζ πήγε να τη συναντήσει, αφήνοντας τον πατέρα του μόνο.

Ο Γκάλαχαντ άκουσε την πόρτα του σπιτιού να κλείνει και χαλάρωσε. Έπρεπε να τα δει όλα ψύχραιμα. Ο επόμενος Σύμβουλος ήταν ο γιος του, όμως το Σύμπαν του υπέδειξε ότι δεν έπρεπε να το μάθει. Πολύ λογικό… αν το ήξερε ο Γιοζ, θα ήταν σαν να εξέπεμπε ένα στίγμα και ο Κάιν Ντεθ σίγουρα θα έβρισκε τα ίχνη του.

Ρώτησε το Σύμπαν για την επόμενη κίνησή του. Και μόνο η απόφασή του να δράσει, δημιούργησε επιλογές και στο νου του είδε μια ημερομηνία πολύ κρίσιμη για τον Κάιν. Σε δύο μέρες τελείωνε η εβδομάδα κι εκείνη τη νύχτα, αν παρακολουθούσε τον Κάιν, θα μάθαινε πολύ σημαντικά πράγματα.

Κι έτσι έγινε.

Εκείνο το βράδυ ο Γκάλαχαντ παρακολουθούσε από νωρίς το σπίτι του Κάιν. Έμενε σε προάστιο της πόλης, στο βορειοδυτικό άκρο της που συνόρευε με τη μεγάλη πεδιάδα στα περίχωρα της Σαθουκάλλας. Απέναντι υπήρχε ένα μικρό πάρκο, κι εκεί, πίσω από ένα δέντρο, στεκόταν κρυμμένος στις σκιές. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στην πόρτα του σπιτιού και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από υπερένταση. Στο χέρι κρατούσε μια μικρή κάμερα, έτοιμος να καταγράψει όλες τις κινήσεις του Κάιν, για να προσκομίσει τις αποδείξεις στο συμβούλιο.

Μετά από δύο ώρες διέκρινε μια σκοτεινή φιγούρα να βγαίνει από το σπίτι και να γλιστράει αθόρυβα στο πεζοδρόμιο από σκιά σε σκιά. Προχωρούσε αθόρυβα και βιαστικά στους άδειους δρόμους της πόλης. Ήταν μεσάνυχτα και κανείς δεν υπήρχε ολόγυρα, εκτός από τον Γκάλαχαντ που τον ακολουθούσε σιωπηλός. Τα δέντρα κατά μήκος του πεζοδρομίου του πρόσφεραν κάλυψη κι ευχόταν να μην τον αντιληφθεί. Ξαφνικά ο Κάιν στράφηκε πίσω. Ο Γκάλαχαντ κόλλησε σ’ ένα τοίχο, με τον ιδρώτα να τρέχει στο πρόσωπό του. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή.

Τον είχε δει άραγε;

Κοντοστάθηκε για λίγο κι έπειτα συνέχισε.

Ο Γκάλαχαντ είχε την εντύπωση πως γύρισε να κοιτάξει, για να βεβαιωθεί ότι τον ακολουθούσε!

Μετά από αρκετή ώρα, ο Κάιν τον οδήγησε στην άκρη της πόλης και προχώρησαν στην εξοχή. Ο Γκάλαχαντ αναγκάστηκε να κρυφτεί στην τελευταία σκιά που του πρόσφερε ένα δέντρο. Δεν μπορούσε να τον ακολουθεί σε ανοιχτό μέρος. Η κάμερά του όμως κατέγραφε τα πάντα.

Ευτυχώς ο Κάιν δεν απομακρύνθηκε πολύ. Τον είδε να πλησιάζει μια συστάδα δέντρων και να στέκεται μπροστά σ’ ένα συγκεκριμένο. Ο Γκάλαχαντ το σημάδεψε με το νου του, για να το θυμηθεί. Τον είδε να κάνει κάτι στο δέντρο και να μπαίνει μέσα στον κορμό του, που έκλεισε αμέσως.

Ο Κάιν εξαφανίστηκε.

Ο Γκάλαχαντ έκλεισε την κάμερα. Κοίταξε γύρω και μετά έτρεξε προς τα εκεί. Τα βήματά του ακούγονταν τόσο παράξενα στην ερημιά, που τρόμαξε. Έφτασε στο δέντρο και το εξέταζε προσεκτικά, λαχανιασμένος από την υπερένταση, ψάχνοντας με τα χέρια το μηχανισμό που το άνοιγε. Τραβώντας ένα κλαδί που προεξείχε έντονα άνοιξε ο κορμός, αποκαλύπτοντας ένα σκοτεινό άνοιγμα.

Χωρίς ενδοιασμούς μπήκε μέσα, αποφασισμένος να φτάσει μέχρι το τέλος. Αμέσως ένα βαρύ αίσθημα πλάκωσε την ψυχή του. Έκλεισε τα μάτια και παρακάλεσε το Σύμπαν να τον βοηθήσει. Είδε στενά σκαλοπάτια να κατεβαίνουν ελικοειδώς στα έγκατα του εδάφους. Μόλις πάτησε το πρώτο σκαλοπάτι, το άνοιγμα έκλεισε πίσω του. Ο θόρυβος ξάφνιασε τον Γκάλαχαντ, που έμεινε τώρα σε απόλυτο σκοτάδι.

Ενεργοποίησε την κάμερα με το φως της και άρχισε να κατεβαίνει προσεκτικά τα απότομα και γλιστερά σκαλιά, που έμοιαζαν να τα είχαν γλύψει εδώ και πολλούς αιώνες υπόγεια σκοτεινά νερά.

Συνέχισε να κατεβαίνει για λίγα λεπτά, ώσπου οι σκάλες τον έφεραν μπροστά σε μια πέτρινη πόρτα. Την έσπρωξε και βρέθηκε σ’ έναν βραχώδη παγωμένο διάδρομο, που στο βάθος του διακρινόταν ένα φωτεινό άνοιγμα. Από εκεί ακουγόταν ένα βουητό. Έκλεισε το φως της κάμερας, χωρίς να σταματήσει να καταγράφει και προχώρησε κρατώντας σχεδόν την ανάσα του.

Έφτασε στο άνοιγμα, γονάτισε δίπλα και κοίταξε προσεκτικά. Το θέαμα τον έκανε να παγώσει και να τραβηχτεί αμέσως πίσω.

Σε μια τεράστια υπόγεια σπηλιά βρίσκονταν χιλιάδες άτομα!

Μόλις συνήλθε από το πρώτο σοκ, κοίταξε προσεκτικότερα. Από το άνοιγμα όπου στεκόταν ξεκινούσαν σκαλιά που τελείωναν στο δάπεδο της σπηλιάς. Δεν στάθηκε να δει περισσότερα, καθώς η θέση εκείνη ήταν πολύ επικίνδυνη. Όποιος κι αν έστρεφε το βλέμμα του, θα τον έβλεπε. Κοίταξε γύρω αναζητώντας τις δυνατότητες που του πρόσφερε ο χώρος. Η σκάλα ήταν σκαλισμένη πάνω σε μια απότομη πλαγιά βράχων. Οι βράχοι θα του πρόσφεραν τέλεια κάλυψη.

Με τα μάτια καρφωμένα συνεχώς στο πλήθος, κατέβηκε μερικά σκαλοπάτια και σύρθηκε προσεκτικά μέχρι τον πιο κοντινό βράχο. Κανείς δεν τον είδε. Ανάσανε πιο εύκολα τώρα και με τα κιάλια του κοίταζε τον χώρο. Η σπηλιά φωτιζόταν από αμέτρητες λάμπες αυτο-αναπαραγόμενης ενέργειας, κρεμασμένες στους βραχώδεις τοίχους. Στο βάθος μπορούσε να διακρίνει πολυάριθμα κιβώτια και μεγάλους όγκους προσεκτικά σκεπασμένους – αναγνώρισε το σχήμα ιπτάμενων σκαφών.

Ανατρίχιασε. Όλα έδειχναν να είναι έτοιμα για πόλεμο.

Μια ψηλή εξέδρα υπήρχε κάπου στη μέση της αίθουσας και όλοι είχαν στραμμένα τα μάτια τους εκεί, περιμένοντας κάτι. Σε λίγο, μια σκοτεινή φιγούρα ανέβηκε στο βάθρο. Το μόνο που ξεχώρισε κάτω από την κουκούλα της, ήταν ένα ζευγάρι κόκκινα μάτια. Ο Γκάλαχαντ πλέον δεν όριζε την καρδιά του, που χτυπούσε σαν τρελή. Τα γαλάζια του μάτια άνοιξαν διάπλατα. Ήταν σίγουρα ο Κάιν Ντεθ!

Με την κάμερα συνέχισε να καταγράφει τα πάντα!

Το πλήθος έβγαλε μια ιαχή και σηκώθηκε όρθιο κουνώντας τα χέρια. Ο Κάιν σήκωσε ψηλά το δεξί του χέρι κι αμέσως έγινε ησυχία. Όλοι περίμεναν να μιλήσει.

«Τη νύχτα των επόμενων πανσέληνων θα καταλάβουμε τη Σαθουκάλλα!»

Η φωνή του ακούστηκε δυνατή και καθαρή. Το πλήθος ζητωκραύγαζε. Ο Γκάλαχαντ ένιωσε πόνο και αγανάκτηση, καθώς σκέφτηκε τους ανυποψίαστους πολίτες να δέχονται επίθεση μέσα στο ίδιο τους το σπίτι! Στα μάγουλά του κύλησαν δάκρυα κι έσφιξε τη γροθιά του όλο οργή. Κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα…!

Κι όμως… κάτι έπρεπε να υπάρχει!

Ο Κάιν αφού έδωσε κάποιες οδηγίες για την προετοιμασία της επικείμενης επίθεσης, έκανε στροφή προκειμένου ν’ αποχωρήσει από την εξέδρα, μέσα στις ενθουσιώδεις ιαχές του πλήθους… αλλά τελευταία στιγμή κοντοστάθηκε. Τα κόκκινα, πύρινα μάτια του γύρισαν προς το μέρος του Γκάλαχαντ.

Εκείνος ένιωσε να τον κοιτάζει!

Ο Κάιν στάθηκε εκεί ελάχιστα δευτερόλεπτα και μετά κατέβηκε αποφασιστικά από την εξέδρα. Ο Γκάλαχαντ κοίταζε μπροστά του σαν χαμένος, χωρίς να βλέπει. Ο Κάιν είχε αναφέρει αρκετές λεπτομέρειες για την επίθεση, όμως ο Γκάλαχαντ ήταν σαν να μην τις είχε ακούσει. Ευτυχώς τα είχε καταγραμμένα. Το σημαντικό που κράτησε στο μυαλό του ήταν η μέρα της επίθεσης. Σε δέκα ημέρες η ευημερία που απολάμβανε ο πλανητικός λαός θα τελείωνε…

Κοίταξε ψηλά αναζητώντας απάντηση. Και τώρα που το έμαθα, τι μπορώ να κάνω; Δεν στάθηκε να αφουγκραστεί την απάντηση, καθώς το πλήθος άρχισε να κινείται. Έπρεπε να φύγει αμέσως!

Σκύβοντας προσεκτικά προχώρησε προς το άνοιγμα, βγήκε στον πέτρινο διάδρομο και τρέχοντας έφτασε στη σκάλα. Πίσω του άκουγε το βουητό του πλήθους να μεγαλώνει και βιάστηκε περισσότερο. Δεν είχε ιδέα πώς είχε βρεθεί τόσος κόσμος στην τεράστια σπηλιά. Σίγουρα θα υπήρχαν διάφορες είσοδοι, εκτός από αυτή που είχε ανακαλύψει. Έπρεπε να προλάβει να φύγει, πριν βγουν οι άλλοι και τον εντοπίσουν. Λαχανιασμένος ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά· τρεις φορές γλίστρησε και χτύπησε, αλλά ούτε που έδωσε σημασία.

Επιτέλους τα σκαλιά τελείωσαν! Έσπρωξε την κουφάλα του δέντρου με όλη του τη δύναμη και βγήκε στη δροσιά της νύχτας, με τη μεγαλύτερη ανακούφιση που είχε ποτέ του νιώσει. Στάθηκε μόνο λίγα δευτερόλεπτα, ίσα για να πάρει μια ανάσα.

Ο κορμός έκλεισε πίσω του και ο Γκάλαχαντ έτρεξε προς το σπίτι.

Ο Γκάλαχαντ δεν κοιμήθηκε καθόλου εκείνο το βράδυ. Εξαντλημένος, έφτιαξε ένα ρόφημα, έβγαλε τα παπούτσια του, ξεκούμπωσε το πουκάμισο και ξάπλωσε στον καναπέ του σαλονιού. Για λίγο έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να βάλει σε σειρά τις σκέψεις του. Όσα είχε μάθει ήταν πολύ σημαντικά. Καταρχήν είχαν επιβεβαιωθεί οι σκέψεις του για τον Κάιν Ντεθ και κατά δεύτερον είχε μάθει πως σε δέκα μέρες θα γινόταν η επίθεση.

Τι μπορούσε να κάνει; Κάθε αντίσταση φαινόταν μάταιη…

Η λέξη δράση σχηματίστηκε για πολλοστή φορά στο νου του. Δράση…. δημιουργία επιλογών… η απάντηση του Σύμπαντος παρέμενε η ίδια.

Να δράσει; Να κάνει τι; Σκέφτηκε για λίγο τις επιλογές του… Η σκέψη να μιλήσει στο Ανώτατο Συμβούλιο κυριάρχησε. Και τι θα κέρδιζε μ’ αυτό; Ήταν βέβαιο ότι δε θα τον πίστευαν.

Ένιωσε όμως πως η πράξη του αυτή θα ήταν η αρχή για την επόμενη κίνηση. Ναι, το ένιωσε πολύ δυνατά… Το Σύμπαν χαμογέλασε σ’ αυτή του την σκέψη κι ένα αίσθημα γαλήνης τον πλημμύρισε.

Θα είσαι εκείνος που προηγήθηκε, πριν όλα αλλάξουν Γκάλαχαντ…!

Μόνο τώρα τελευταία η επικοινωνία του με το Σύμπαν περιλάμβανε τόσο ακριβείς προτάσεις να σχηματίζονται ξεκάθαρα στο νου του. Ο ρόλος του λοιπόν ήταν να ορίσει την Αρχή… και αυτή θα τον τιμούσε.

Σηκώθηκε από τον καναπέ και ήπιε λίγο από το ρόφημα. Είδε το ρολόι του. Ήταν σχεδόν έξι το πρωί. Πήρε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον προσωπικό αριθμό του Άαρχαν. Χτύπησε αρκετές φορές πριν ο αρχηγός το σηκώσει αγουροξυπνημένος.

«Γκάλαχαντ!» έκανε με έκπληξη, αναγνωρίζοντας τον αριθμό του στην οθόνη. «Τι συμβαίνει;»

«Συγνώμη που σε ξύπνησα Άαρχαν… Έχω σημαντικές πληροφορίες και είναι επιτακτική ανάγκη να συγκαλέσεις το Ανώτατο Συμβούλιο σήμερα το πρωί! Το συντομότερο δυνατόν!»

Ο Άαρχαν δεν μίλησε αμέσως, καθώς υπολόγιζε τα λόγια του Γκάλαχαντ. «Επιμένεις σε κείνη την ιδέα, έτσι;» ρώτησε στο τέλος.

«Θα εκπλαγείτε με όσα έχω να σας πω», αποκρίθηκε με σιγουριά. «Πρέπει να μιλήσω σε όλα τα μέλη».

«Τι συμβαίνει Γκάλαχαντ;»

«Θα μιλήσω μπροστά σε όλους σας. Θα είμαι στο κτίριο του Ανώτατου Συμβουλίου σε δύο ώρες. Θα σας περιμένω».

Ένιωσε τον δισταγμό του Άαρχαν, αλλά δεν αποθαρρύνθηκε. «Σε παρακαλώ πολύ! Είναι πάρα, πάρα πολύ σημαντικό αυτό που έχω να σας πω».

«Θα γίνει όπως επιθυμείς Σύμβουλε».

Η επικοινωνία έκλεισε και ο Γκάλαχαντ έγειρε στον καναπέ. Κοίταξε την κάμερα που είχε ακουμπήσει στο τραπεζάκι και την πήρε στα χέρια του. Είχε καταγράψει άφθονο υλικό. Την άνοιξε κι ενεργοποίησε την οθόνη, για να σιγουρευτεί πως όλα ήταν εντάξει.

Η οθόνη δεν έδειχνε τίποτα! Ανήσυχος έλεγξε μία-μία όλες τις ρυθμίσεις της κάμερας. Όλα ήταν εντάξει! Και η εγγραφή ήταν σωστή. Δεν είχε γίνει λάθος!

Πέταξε εκνευρισμένος το μηχάνημα στον καναπέ. Βέβαια… σιγά μην τον είχε αφήσει ο Κάιν να φέρει αποδείξεις στο συμβούλιο. Ήξερε πως τον ακολουθούσε. Δύο φορές τον είχε δει!

Όμως αυτό δε θα ματαίωνε τα σχέδιά του. Θα μιλούσε στο συμβούλιο, όπως και να είχε το θέμα.

Άκουσε τη Βάθιαν να κατεβαίνει τις σκάλες. Βιαστικά έκρυψε την κάμερα κάτω από τον καναπέ και πήρε την κούπα με το ρόφημα στα χέρια του. Εκείνη τον πλησίασε αγουροξυπνημένη και τον αγκάλιασε από τους ώμους.

«Τι συνέβη καλέ μου;» τον ρώτησε ανήσυχη. «Έλειπες όλο το βράδυ».

«Ζήτησα έκτακτη σύσκεψη του συμβουλίου», αποκρίθηκε. «Σε παρακαλώ μη ρωτάς άλλα… μόλις επιστρέψω θα σας πω».

«Γκάλαχαντ με ανησυχείς. Πες μου σε παρακαλώ τι συνέβη».

Εκείνος της έκλεισε απαλά το στόμα με την παλάμη του. «Θα σας μιλήσω μετά, σε παρακαλώ… Είναι σημαντικό να τελειώνω πρώτα με το Ανώτατο Συμβούλιο».

Την κράτησε στην αγκαλιά του και γι’ αρκετή ώρα δεν μίλησαν. Έκλεισε τα μάτια του ακουμπώντας το κεφάλι στο στήθος της. Αν έμενε λίγο ακόμη έτσι, σίγουρα θα αποκοιμιόταν. Άνοιξε τα μάτια, φίλησε τη Βάθιαν και σηκώθηκε.

«Πάω να κάνω ένα μπάνιο». Άπλωσε το χέρι προς το μέρος της χαμογελώντας. «Πάμε να κάνουμε μαζί;»

Σε μία ώρα ο Γκάλαχαντ αναχωρούσε για το κτίριο του Ανώτατου Συμβουλίου, πολύ ήρεμος και σίγουρος για ό,τι πήγαινε να κάνει. Στην είσοδο συνάντησε τον Λόβαν.

«Γκάλαχαντ, τι συμβαίνει;» ρώτησε χωρίς περιστροφές.

«Θα μάθεις καλέ μου φίλε… Ένα πράγμα ζητώ από σένα. Άνοιξε την καρδιά και το μυαλό σου και δείξε εμπιστοσύνη σε όσα έχω να πω. Δεν θα είναι εύκολο να το κάνεις…»

«Πιστεύω στη διαίσθησή σου», είπε ο Λόβαν, εννοώντας την κάθε λέξη. «Ούτε στιγμή δεν την αμφισβήτησα… το ξέρεις. Ανησυχώ γιατί πιστεύω πως όσα αισθάνεσαι είναι αλήθεια… και δε σου κρύβω ότι φοβάμαι».

Περπάτησαν μαζί μέχρι τον ανελκυστήρα.

«Ο φόβος είναι που κρατάει το μυαλό κλειστό…», είπε ο Γκάλαχαντ και συνέχισε σαν να μιλούσε περισσότερο στον εαυτό του. «Ο φόβος αδρανοποιεί τα πάντα μέσα μας και μας κάνει να μη βλέπουμε την αλήθεια, ακόμη κι αν αυτή είναι δοσμένη με πολύ αγάπη. Ο φόβος είναι το αντίθετο της αγάπης… και χωρίς αγάπη δεν θα μπορέσουν ποτέ κάποια πράγματα να αλλάξουν στον πλανήτη».

Μπήκαν στον ανελκυστήρα και ο Λόβαν πάτησε το κουμπί του τελευταίου ορόφου.

«Ο πλανητικός λαός δεν σκέφτεται όπως η γενιά της Αστροφεγγιάς, αγαπητέ μου φίλε», παρατήρησε ο Λόβαν. «Θαυμάζω τα όσα σκέφτεσαι και το ξέρεις. Μπορεί κάποιες φορές να μη σε καταλαβαίνω, αλλά σ’ εμπιστεύομαι».

Ο Γκάλαχαντ χαμογέλασε θλιμμένος. «Η εμπιστοσύνη σου με τιμά καλέ μου φίλε».

Ήταν οι πρώτοι που μπήκαν στην αίθουσα του συμβουλίου, όμως δεν άργησαν να εμφανιστούν και τα υπόλοιπα μέλη. Τελευταίος μπήκε ο Κάιν, όμως ο Γκάλαχαντ απέφυγε να τον κοιτάξει. Ο Άαρχαν σήμανε την έναρξη του συμβουλίου με ολοφάνερο άγχος στη φωνή του.

«Μαζευτήκαμε εκτάκτως εδώ γιατί ο Σύμβουλός μας έχει να μας ανακοινώσει κάποια σοβαρά νέα», ανακοίνωσε κοιτώντας τον. «Μπορείς να πάρεις το λόγο Γκάλαχαντ».

Εκείνος σηκώθηκε πάνω. Ήταν η δεύτερη φορά που το έκανε στο συμβούλιο και όλοι καταλάβαιναν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ήδη η ανησυχία ήταν έκδηλη στα πρόσωπά τους, ξέροντας για ποιο θέμα θα μιλούσε. Ο Κάιν τον κοιτούσε έντονα.

«Πριν μιλήσω, ζητώ να ανοίξετε την καρδιά και το μυαλό σας και μην ξεχνάτε πως όλοι οι Σύμβουλοι υπηρέτησαν το λαό από τη θέση αυτή, χωρίς ποτέ να κάνουν λάθος. Ούτε μία φορά σε όλη την καταγραμμένη ιστορία!»

Όλοι κούνησαν καταφατικά το κεφάλι, χωρίς κανείς να τον διακόψει. Ο Γκάλαχαντ πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε.

«Ανακάλυψα ότι κάποιος συνωμοτεί εναντίον της ελευθερίας του πλανήτη μας και σκοπεύει με ισχυρή στρατιωτική δύναμη να καταλάβει όλες τις πόλεις, ξεκινώντας από τη Σαθουκάλλα!»

Όλοι πάγωσαν. Κοίταζαν ο ένας τον άλλον και μετά τον Σύμβουλο, ζητώντας εξηγήσεις στη συνέχεια. Φωνές υψώθηκαν και για λίγες στιγμές επικράτησε χάος. Ο Άαρχαν χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι πολλές φορές, για να γίνει ησυχία και μετά κοίταξε τον Γκάλαχαντ.

«Είσαι απολύτως σίγουρος; Πρόσεξε, είναι πολύ σοβαρά αυτά που λες!»

Εκείνος τον κοίταξε με σταθερή ματιά. «Πολύ σίγουρος. Σε δέκα ημέρες θα γίνει η επίθεση».

Αυτό κανείς τους δεν μπορούσε να το δεχτεί σαν ενδεχόμενο. Όλα τα μέλη του Συμβουλίου, εκτός από τον Λόβαν και τον Κάιν, σηκώθηκαν πάνω χειρονομώντας και φωνάζοντας.

«Δεν μπορεί να είναι αλήθεια κάτι τέτοιο!»

«Θα το είχαμε καταλάβει σίγουρα!»

«Υπάρχουν αποδείξεις! Ο Κάιν και ο Νάγιαθ μας διαβεβαίωσαν με αποδείξεις πως τίποτα δεν συμβαίνει!»

Ο Γκάλαχαντ έστρεψε για πρώτη φορά το βλέμμα προς τον Κάιν, ο οποίος τον κοιτούσε ψυχρά, με μια έκφραση ειρωνείας στο πρόσωπο. Το βλέμμα του Συμβούλου ήταν γεμάτο λύπη, αλλά και αποφασιστικότητα.

«Ο Κάιν Ντεθ κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά!» φώναξε δυνατά, κοιτώντας τον Κάιν κατάματα.

Αν έσκαγε βόμβα, λιγότερη εντύπωση θα έκανε εκείνη τη στιγμή! Ο Κάιν σηκώθηκε διαμαρτυρόμενος έντονα και σχεδόν όλα τα μέλη τον υπερασπίστηκαν. Ο Γκάλαχαντ ένιωσε το μυαλό του να πιέζεται…. η αρνητική ενέργεια ήταν πολύ έντονη για να την αντέξει. Άλλη μια προσπάθεια… μια τελευταία προσπάθεια, για να ολοκληρώσει όσα είχε να πει και θα έφευγε από την αίθουσα.

«Τον ακολούθησα χθες το βράδυ και τον βρήκα να ηγείται χιλιάδων ανθρώπων που αποτελούν τον στρατό του!» φώναξε, χωρίς να δίνει σημασία στο χάος που επικρατούσε. «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να βγαίνει από το σπίτι του και να πηγαίνει σ’ ένα σπήλαιο έξω από τη Σαθουκάλλα! Εκεί ανακοίνωσε και την ημερομηνία της επίθεσης! Σε δέκα ημέρες!»

Κανείς δεν τον πίστευε… ο Λόβαν τον κοιτούσε σοκαρισμένος, οι υπόλοιποι με οργή. Ο Άαρχαν έμοιαζε σαν χαμένος… δεν ήξερε κι ο ίδιος τι να υποθέσει.

αγορα βιβλιου
error: Alert: Content is protected

Send this to a friend